Πανικός

Το βιβλίο, αυτό, διαπραγματεύεται μία δραματική νυκτερινή πορεία, προς την Οίτη, όλων των Κωσταλεξιωτών και των Κομποταδιτών - συν γυναιξί και τέκνοις - και με όσα, από τα υπάρχοντά τους, μπορούσαν να φορτώσουν στα ζώα τους. Εντολή ήταν, να μεταβούν και να εγκατασταθούν σε δύο τοποθεσίες, ήτοι: Οι Κωσταλεξιώτες στη θέση Καναλάκης και, οι Κομποταδίτες, στη θέση Λούκα. Ας διαβάσουμε τα δραματικά γεγονότα.

Ήταν ανήμερα του Δεκεπενταύγουστου του 1944. Κάθε χρόνο, την ημέρα αυτή, έχουμε, όπως είναι γνωστό, το πανηγύρι του χωριού.

 

Τώρα, βέβαια, τι γλέντια να κάνουμε στο πανηγύρι μέσα στο φόβο και στη δυστυχία της γερμανικής κατοχής; Ήταν κατ’ όνομα πανηγύρι. Την ημέρα εκείνη, συναινούσης και της θρησκευτικότητάς της (Κοίμηση της Θεοτόκου), μαγείρεψαν οι νοικοκυρές, ό,τι μπορούσαν καλύτερο, αφού οι δυνατότητες για πλούσια γεύματα ήταν ανύπαρκτες. Πανηγυριώτες (Πα’γκυργιώτις), βέβαια, δεν υπήρχαν. Στο σπίτι μας, π.χ., είχαμε μαγειρέψει κοτόπουλο με κρεμμύδια γιαχνί (Ρύζι, βέβαια, δεν υπήρχε ούτε για δείγμα) και, προφανώς, είχαμε σφάξει και αρνί, γιατί είχαμε μαγειρέψει και πατσά, τον οποίο τον θυμάμαι πολύ καλά, για το λόγο που θα διαβάσετε κατωτέρω. Λουκούλλειο γεύμα, δηλαδή, με τα δεδομένα της εποχής εκείνης.

 

Αργά το απόγευμα, η τοπική οργάνωση του Ε.Α.Μ.1, εκδίδει, αιφνιδιαστικά και χωρίς καμία απολύτως προειδοποίηση, μία φοβερή διαταγή. Το πνεύμα της διαταγής το έδωσε ένα στέλεχος της οργάνωσης, το οποίο, σε τόνο αυστηρό, είπε τα εξής:

 

«Θα έλθουν απόψε κανόνια στο Γαβαθά και, αύριο, θα χτυπήσουν το Λειανοκλάδι (Σιδηροδρομικό Σταθμό) και τη Λαμία. Θα φύγετε όλοι απόψε για τον Καναλάκη. Όποιος παραμείνει και συμβεί τίποτε, θα αναλάβει τις ευθύνες του».2

Το «συμβεί τίποτε», εννοούσε το αν έλθουν οι Γερμανοί. Όλοι, βέβαια, κατάλαβαν και το τι κρύβεται πίσω από αυτό το «θα αναλάβει τις ευθύνες του». Γίνεται αντιληπτό ότι, με το περιεχόμενο της ανωτέρω ανακοινώσεως, δεν απέμεναν περιθώρια παραμονής στο χωριό από κανέναν. Το στέλεχος, που αναφέρω ανωτέρω, το είδα με τα μάτια μου και, αυτά που είπε, τα άκουσα με τα αυτιά μου.

 

Η ανωτέρω ανακοίνωση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν μία αιφνιδιαστική διαταγή χωρίς καμία προειδοποίηση. Θα χτυπήσουν με κανόνια τους Γερμανούς! Και πώς θα αντιδράσουν οι Γερμανοί; Να πάμε στον Καναλάκη και πόσες μέρες θα μείνουμε, που θα μείνουμε, τι θα φάμε και, γενικά, πώς θα ζήσουμε εκεί; Με τα ερωτήματα αυτά προσπαθούσε, ο καθ’ ένας, να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος, γιατί ήταν δύσκολη η ταχύτατη προσαρμογή από την πλήρη ηρεμία στην απόλυτη εγρήγορση. Αλλά το συγκεκριμένο, μη αναστρέψιμο και υποχρεωτικό δεδομένο, ήταν ότι, ήθελαν δεν ήθελαν, οι χωριανοί, έπρεπε να φύγουν χωρίς καθυστέρηση. Δεν υπήρχε χρόνος για πολλές σκέψεις, οι οποίες, ούτως ή άλλως, δεν θα είχαν και κανένα αποτέλεσμα.

 

Με αυτό το σκεπτικό και την ψυχολογία άρχισαν να ετοιμάζονται για την απροσδόκητη αναχώρηση και οι γονείς μου.3  Η οικογένειά μου αποτελείτο από τους εξής: Τον Πατέρα μου και τη Μητέρα μου, εμένα (δεκατριών ετών), την αδελφή μου τη Ζωή (δέκα ετών) και την αείμνηστη αδελφή μου, την Κική (τριών ετών). Από ζώα είχαμε δύο μουλάρια, το «Μάρκο» και τη «Μαρίκα», έναν γάιδαρο (τον είχαμε αβάφτιστον και δεν είχε όνομα, τον λέγαμε, απλώς, «ο γάιδαρος»), μία αγελάδα, τη «Ντίνα» και ένα γουρούνι (μη θέλετε, τώρα, να είχαμε δώσει όνομα και στο γουρούνι!!!). Γρήγορα – γρήγορα, οι γονείς μας,  έριξαν αρκετά πράγματα, μέσα σε δύο κρυφές καταπακτές που είχαν κατασκευάσει (μία μέσα στην κουζίνα και μία στο κάτω μέρος της αυλής)4, φόρτωσαν, στο γάιδαρο και στα μουλάρια, όσα σκεπάσματα μπορούσαν, καθώς, επίσης, λίγο αλεύρι και άλλα τρόφιμα και είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε.

 

Ήδη είχε αρχίσει να νυχτώνει και μπορούσαμε να ξεκινήσουμε, χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί από τους Γερμανούς. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, με την εξής διάταξη: Εγώ πήγαινα μπροστά με το γάιδαρο και κρατούσα στα χέρια μου ένα μπακράτσι5  με τον πατσά, που είχε περισσέψει από το μεσημέρι, πίσω έρχονταν ο Πατέρας με τα δύο μουλάρια, ενώ, καβάλα στο σβέρκο του, είχε την Κική, πιο πίσω έρχονταν η Μητέρα σέρνοντας την αγελάδα και, τελευταία, η Ζωή σέρνοντας το γουρούνι και κρατώντας ένα τενεκέ μεγάλης κονσέρβας, στον οποίο, ο Πατέρας, είχε προσθέσει ένα χερούλι από χοντρό σύρμα. Μέσα στον τενεκέ αυτόν είχαμε βάλλει το κοτόπουλο με τα κρεμμύδια γιαχνί. Κρατείστε στη μνήμη σας αυτόν τον τενεκέ, γιατί, σαν άδειος, αφού φάγαμε το φαγητό,  διαδραματίζει κάποιο ρόλο στην ιστορία μας.

 

Έτσι ξεκινήσαμε για το άγνωστο και μη γνωρίζοντας τι μας επιφυλάσσει η τύχη τόσο κατά τη διαδρομή, όσο και κατά την παραμονή μας στον Καναλάκη, αν θα φθάναμε ποτέ εκεί.

 

Στον Καναλάκη οδηγούσε ένα και μοναδικό μονοπάτι, το οποίο φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία, με την λευκή διακεκομένη γραμμή.

Μέσα σ’ αυτό το μονοπάτι ωθούνταν να εισέλθει ένα ολόκληρο χωριό με όλους τους ανθρώπους του και τα ζώα του. Τρομερό, ανήκουστο και ανεύθυνο και, εν πάση περιπτώσει, ας δούμε ποιο θα ήταν το αντιστάθμισμα από αυτή την ανείπωτη ταλαιπωρία.

 

Με αυτές τις προϋποθέσεις άρχισαν, σιγά – σιγά, να βγαίνουν από τα δρομάκια του χωριού μικρές ομάδες χωριανών και να μπαίνουν μέσα στο μονοπάτι για τον Καναλάκη. Έτσι η κινούμενη φάλαγγα, προς το βουνό, μεγάλωνε συνεχώς.

 

Τώρα είχε νυχτώσει για τα καλά και, μέσα στο μονοπάτι, άκουγες ανθρώπους να φωνάζουν, παιδιά να κλαίνε, γαϊδούρια να γκαρίζουν και γουρούνια να σκούζουν. Όλα αυτά, μαζί, συνέθεταν μία διαβολική συγχορδία, ένα χάος απίστευτο και μία τραγικότητα φρικτή. Και εκεί, επάνω σ’ αυτόν τον σάλαγο, ακούγεται μία ριπή πολυβόλου κάτω στον κάμπο. Θυμάμαι που είδα, τις τροχιοδεικτικές σφαίρες της ριπής, να πηγαίνουν - η μία μετά την άλλη - προς την κατεύθυνση του Κομποταδίτικου Αϊ Λιά (Έτσι μου φάνηκε, νύχτα που ήταν). Η καρδιά μας φτερούγισε από το φόβο. Να μας κατάλαβαν οι Γερμανοί και να έρχονται από κοντά μας; Μπροστά, η μόνη σωτηρία μας ήταν μπροστά, να προχωρήσουμε μπροστά και να φτάσουμε, το γρηγορότερο, στον Καναλάκη.

 

Το «γρήγορα» ήταν μία λέξη. Πώς να κινηθείς γρήγορα, μέσα στις δύσκολες συνθήκες του μονοπατιού. Και δεν φθάνει αυτό, όταν φθάσαμε στο κυρ Νικόλα, διαπιστώσαμε ότι είχαν φθάσει και Κομποταδίτικα «καραβάνια», τα οποία προσπαθούσαν και αυτά να μπουν μέσα στο ίδιο μονοπάτι, προκειμένου, σύμφωνα με την εντολή που πήραν, να μεταβούν στη Λούκα.

 

Για να πάνε εκεί έπρεπε να περάσουν, υποχρεωτικά, από τον Καναλάκη. Και οι Κομποταδίτες πήραν εντολή, με την ίδια δικαιολογία, να εγκαταλείψουν το χωριό τους. Επομένως οι δυσκολίες κινήσεως μέσα στο μονοπάτι διπλασιάζονταν, αν λάβουμε υπ’ όψη ότι, οι Κομποταδίτες, ήταν και περισσότεροι από τους Κωσταλεξιώτες. Το δρομολόγιο εισόδου των Κομποταδιτών, σ' αυτό των Κωσταλεξιωτών, φαίνεται στην προηγούμενη εικόνα.

 

Ας δούμε, τώρα, πως, η δική μου οικογένεια, έφθασε στον Καναλάκη: Όταν φθάσαμε στις Βαθιές Λάκκες το γουρούνι, αγανακτισμένο από την όλη κατάσταση και κουρασμένο, αποφάσισε να μας εγκαταλείψει και να γυρίσει πίσω, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της Ζωής να το συγκρατήσει. Στον κυρ Νικόλα το φορτίο της «Μαρίκας» «έγειρε»6  και, το σαμάρι, έπεσε στο ένα πλευρό του ζώου. Τούτο έγινε λόγω του μεγάλου όγκου του φορτίου, που ήταν, κυρίως, βελέντζες και άλλα σκεπάσματα. Για το λόγο αυτό, ο Πατέρας, αποφάσισε να ξαλαφρώσει το φορτίο, κρύβοντας μερικά πράγματα μέσα στα πουρνάρια, που ήταν δίπλα στο μονοπάτι. Μέχρι τον κυρ Νικόλα, το μονοπάτι, ήταν υποφερτό και η κίνηση των ζώων κάπως εύκολη. Από εκεί και επάνω τα πράγματα δυσκόλευαν πολύ και λόγω του κακοτράχαλου7  του μονοπατιού και λόγω του ότι, το έδαφος, ήταν περισσότερο ανηφορικό. Ας μην ξεχνάμε ότι, εγώ, ήμουν εμπροσθοφυλακή με το γάιδαρο. Ο καημένος ο γάιδαρος είχε αποκάμει από την πολύ προσπάθεια και δεν μπορούσε να προχωρήσει χωρίς βοήθεια. Για το λόγο αυτό, ύστερα από κοινή συμφωνία μαζί του, γίνονταν το εξής: Άφηνα το μπακράτσι, με τον πατσά, στο έδαφος και, με όλη μου τη δύναμη, έσπρωχνα το γάιδαρο. Έβαζε και αυτός τα δυνατά του και προχωρούσαμε καμιά εικοσαριά μέτρα. Εκεί σταματούσαμε και γύριζα, εγώ, για να πάρω το μπακράτσι. Αφού επέστρεφα στο γάιδαρο, άφηνα και πάλι το μπακράτσι κάτω και επαναλαμβάνονταν, συνέχεια, η ίδια διαδικασία. Αυτό, το ανέβα – κατέβα, θα το έκαμα άπειρες φορές. Τώρα που το σκέπτομαι, ύστερα από τόσα χρόνια, διερωτώμαι που τη βρήκα αυτήν τη δύναμη και αντοχή και ανταπεξήλθα σε τόση έντονη, επίπονη και μακρόχρονη προσπάθεια! Τα ίδιο αναλογίζομαι και για το φουκαρά το γάιδαρο, που, εκείνο το βραδύ, επέδειξε μεγάλο ηρωισμό, πίστη και αφοσίωση στο αφεντικό του. Εγώ και ο γάιδαρος δεν έπρεπε να «πέσουμε», γιατί, πίσω μας, ακολουθούσε η υπόλοιπη οικογένεια και όλοι οι άλλοι οι χωριανοί, που ήταν μετά από εμάς. Και, όντως, σταθήκαμε και οι δύο στο ύψος των περιστάσεων και φανήκαμε σωστά παλληκάρια. Πίσω, ο Πατέρας, αγωνίζονταν και αυτός κατά τον ίδιο τρόπο με τα δύο μουλάρια και με τη μικρή Κική κοιμισμένη στο σβέρκο του!!! Πιο πίσω η Μητέρα με την αγελάδα και, στο τέλος, η Ζωή, που, μετά την αποστασία του γουρουνιού, απόμεινε να κρατά τον τενεκέ της κονσέρβας με το κοτόπουλο γιαχνί. Με τον πατέρα, ο οποίος αντιλαμβάνονταν τη δύσκολη θέση που βρισκόμουνα και το νεαρό της ηλικίας μου, είχα ακουστική επαφή (δεν βλεπόμασταν λόγω της νύχτας) και προσπαθούσε να με εμψυχώσει, συνέχεια, με λόγια σαν και αυτά «κουράγιο πιδί μ’, άντι λίγ’ ακόμα...». Ήταν τόση η πίεση και τόσο δύσκολη η κατάσταση, στην οποία είχαμε εμπλακεί, που νόμιζα ότι δεν επρόκειτο ποτέ, να ξεφύγουμε από αυτή. Και όμως προχωρούσαμε, προχωρούσαμε αργά και βασανιστικά. Να επισημάνουμε ότι, κάθε οικογένεια, είχε τη δική της τραγωδία εκείνη τη νύχτα.

 

Είχε αρχίσει να χαράζει και καταλάβαμε ότι, όλη τη νύχτα, την καταναλώσαμε μέσα στο μονοπάτι. Και τότε συνέβη κάτι, που μου φάνηκε σαν θαύμα. Ο γάιδαρος περπατούσε σε οριζόντιο έδαφος και δεν ήθελε, πλέον, τη βοήθειά μου. Ένδειξη ότι φτάσαμε στο ξέφωτο του Καναλάκη! Ένας αναστεναγμός ανακουφίσεως βγήκε από τα στήθη μου και έσπευσα, όλος χαρά, να φωνάξω στον Πατέρα μου «Πατέρα φτάσαμι». Αμέσως μου έφυγε η κούραση και αισθανόμουν ανάλαφρος. Ένιωθα σαν να απελευθερώθηκα από κάποια δεσμά. Φτάσαμε «στη γη της επαγγελίας», στη γη που επέλεξαν, για να «σωθούμε» από τους Γερμανούς.

 

Αφού και τα μουλάρια του Πατέρα άρχισαν να περπατούν σε ομαλό έδαφος, πέρασε μπροστά, μου έδωσε να κρατώ το καπίστρι της «Μαρίκας» και πήγε να οδηγήσει το γάιδαρο, στο σημείο που θα ξεφορτώναμε. Σε κάποια θέση ξεφορτώσαμε. Αμέσως η Μητέρα έστρωσε στρωσίδια στο έδαφος και ξαπλώσαμε. Δίπλα μας, στο μονοπάτι, κατέφθαναν άλλοι χωριανοί και Κομποταδίτες, οι οποίοι συνέχιζαν για τη Λούκα. Με το που ξαπλώσαμε, μας πήρε ο ύπνος. Η κούραση και η αγωνία που περάσαμε, ήταν το καλύτερο υπνωτικό και ο ύπνος το καλύτερο βάλσαμο για να συνέλθουμε.

 

Όταν ξυπνήσαμε ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά. Γύρω – γύρω έβλεπα χαράδρες, υψώματα και δάση από έλατα. Ένιωθα σαν χαμένος μέσα στην απεραντοσύνη της Οίτης και η παρηγοριά μου ήταν, η ασφάλεια που ένιωθα από την παρουσία των γονιών μου.

Αφού ξυπνήσαμε όλοι, είπαμε να φάμε κάτι. Σειρά είχε το κοτόπουλο γιαχνί της Ζωής, που, με τόσο κόπο και φροντίδα, κατόρθωσε να περισώσει, τη νύχτα, και να το φτάσει στον Καναλάκη. Ψωμί είχαμε ελάχιστο, εκείνο που υπήρχε όταν φύγαμε. Δεν θυμάμαι αν είχαμε ελάχιστο τυρί. Άρα το φάσμα της πείνας ήταν μπροστά μας. Το πολύ – πολύ, με το αλεύρι που είχαμε πάρει μαζί μας, να παρασκεύαζε η μητέρα λίγο ψωμί και τίποτε περισσότερο από αυτό. Το «τι μέλλει γενέσθαι» θα βασάνιζε πολύ τους γονείς μας, αλλά δεν μας έλεγαν τίποτε. Ας είναι, καθίσαμε και φάγαμε το γιαχνί, αλλά, νερό, δεν είχαμε, για να πιούμε. Παραδίπλα ήταν η βρυσούλα με την ξύλινη κάνουλά της, που «τσουρνάραγε»8  ελάχιστο νεράκι. Που να φανταστεί, η δόλια, ότι θα την επιφόρτιζαν να ξεδιψάσει ολόκληρο χωριό με τους ανθρώπους του και τα ζώα τους!!! Ήδη είχε σχηματισθεί μεγάλη ουρά χωριανών, για να πάρουν λίγο νερό, για να πιουν. Δοχείο, για νερό, δεν είχαμε πάρει κανένα μαζί μας. Με έστειλε λοιπόν, ο Πατέρας μου, να πάρω νερό με το κονσερβοκούτι, που είχαμε το γιαχνί και το οποίο, τώρα, ήταν άδειο, αφού φάγαμε το φαγητό. Έτρεξα και πήγα στο τέλος της ανθρώπινης ουράς, που περίμενε να πάρει νερό. Εκεί δίπλα στη βρύση ήταν ένας χωριανός μας, που τον είχαν τοποθετήσει, για να τηρεί την τάξη και τη σειρά. Κάποτε έφτασα και εγώ κοντά στη βρύση. Δυο – τρεις ήταν μπροστά από μένα. Είδα λοιπόν ότι, ο χωριανός μας, είχε περάσει, στη ζώνη του παντελονιού του, ένα περίστροφο χωρίς τη θήκη του, προφανώς για να φαίνεται καλύτερα και να επισημαίνεται πιο έντονα η εξουσιαστική θέση του κατέχοντος. Ο χωριανός μας, λοιπόν, ήταν αντάρτης του ΕΛ.Α.Σ.9  Ήλθε και η δική μου σειρά, για να πάρω νερό. Έβαλα λίγο νερό στο κονσερβοκούτι, το κούνησα λίγο και το έχυσα, προκειμένου να φύγουν λίγα λάδια και τα απομεινάρια του φαγητού. Τι ήταν να το κάμω αυτό!!! Με αρπάζει, ο χωριανός και μου τραβάει ένα γερό χαστούκι, γιατί τόλμησα να χύσω το πολύτιμο νερό, ενώ, ταυτόχρονα, με επέπληξε δριμύτατα με λόγια. Βέβαια δεν είχε και τελείως άδικο για το χύσιμο του νερού, αλλά θα μπορούσε να με είχε προλάβει ή να μου το πει με λόγια και εγώ, βέβαια, θα το καταλάβαινα αμέσως. Το χαστούκι ήταν τελείως περιττό, αλλά και για τις περιστάσεις οι οποίες επέβαλαν σύμπνοια, ενότητα και συνεργασία, ήταν ανεδαφικό, αδικαιολόγητο και βάρβαρο. Τέλος πάντων, το χαστούκι με ταπείνωσε πολύ, ακόμη δε περισσότερο που  έβλεπα, τους συγχωριανούς μου, να με κοιτούν με οίκτο. Αλλά με κατέλαβε και μεγάλη πίκρα, διότι, ύστερα από την υπεράνθρωπη προσπάθεια που κατέβαλα την προηγούμενη νύχτα, για την  οποία αισθανόμουν και υπερήφανος, ένα χαστούκι ήταν το λιγότερο που μου άρμοζε. Πολλές φορές το σκέφτηκα αυτό το χαστούκι, ακόμη και τώρα που γράφω γι’ αυτό. Το συμπέρασμα που έχω βγάλει, είναι ότι προέβη στην πράξη αυτή, ο χωριανός μας, από εξουσιαστική έπαρση. Δεν είναι μικρό πράγμα να έχεις μία κουμπούρα στη μέση και να εξουσιάζεις όλους τους χωριανούς !!!   Ας τραβήξουμε και κανένα χαστούκι, για να το δείξουμε ακόμη περισσότερο. Εγώ, απλώς, έδωσα την αφορμή, για να γίνει η σκέψη πράξη. Αλλά το να χαστουκίζεις ένα παιδάκι 13 χρονώ...!. Ας είναι, ο καιρός επουλώνει τις πληγές και εγώ τον έχω συγχωρήσει πλήρως, άσχετα με το αν, αυτός, δεν ήλθε ποτέ να μου πει, ότι, η πράξη του, δεν ήταν η αρμόζουσα. Πήρα, τελικά, λίγο νεράκι και το πήγα στην οικογένεια. Ήμουν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση και οι γονείς μου με παρηγόρησαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, για να συνέλθω. Βέβαια, όπως είχαν τα πράγματα, ούτε ο Πατέρας μου τόλμησε να διαμαρτυρηθεί σε κανέναν για την πράξη αυτή του αντάρτη.

 

Είπαμε προηγουμένως για την τρομερή ανεπάρκεια του νερού και μόνο για τους ανθρώπους. Για τα ζώα ούτε συζήτηση. Πως θα ζούσαν τα ζώα χωρίς νερό; Ιδίως, η αγελάδα, ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα, διότι, τα βόδια, πίνουν πολύ νερό. Το πρόβλημα αυτό φαίνεται ότι απασχόλησε πολύ τους μεγάλους και, σε κάποια στιγμή, ο Πατέρας μου ανακοίνωσε ότι, μερικά παιδιά, θα πάρουν τις αγελάδες και άλλα ζώα και θα πάνε στο Ρούμπαλο (Ρούμπαλου), όπου έχει πολύ νερό. Το Ρούμπαλο φαίνεται στην επόμενη εικόνα.

Με ρώτησε, αν θέλω να πάω και εγώ με την αγελάδα. Και βέβαια δέχτηκα. Εξ’ άλλου εναλλακτικές λύσεις δεν υπήρχαν. Πήρα μερικά σκεπάσματα και λιγοστό ψωμάκι και ξεκίνησα, σέρνοντας τη «Ντίνα», για να πάμε, μαζί με τα άλλα τα παιδιά, στο Ρούμπαλο. Εγώ ούτε που ήξερα που είναι αυτό το μέρος και ακολουθούσα τους άλλους. Θυμάμαι μόνο ότι, για να πάμε στο Ρούμπαλο, περάσαμε από τη Λούκα. Εκεί, σε μια στροφή του μονοπατιού, είδα τρεις αντάρτες με ένα οπλοπολυβόλο. Να ήταν άραγε, οι αντάρτες αυτοί, εκείνοι που θα μας προστάτευαν από τους Γερμανούς; Καλύτερα, όμως, θα ήταν να είναι προς τα ριζά της Οίτης, για να εμποδίσουν τους Γερμανούς να ανέβουν προς τα επάνω και όχι στη Λούκα πίσω από εμάς που είμαστε στον Καναλάκη. Τελικά, δηλαδή, τους προστατεύαμε εμείς οι Κωσταλεξιώτες και όχι αυτοί εμάς! Μετά από κάμποσες ώρες πεζοπορίας φτάσαμε, επί τέλους, στο περιπόθητο Ρούμπαλο. Στο σημείο που σταματήσαμε ήταν ένα μικρό ξέφωτο μέσα στο δάσος των ελάτων. Νερό, πράγματι, είχε πολύ και θα ήταν, προφανώς, από το ρέμα της Πόρτας (τ’ς Πόρτας). Από χόρτο, όμως, δεν είχε τίποτε. Μας είπαν να μαζέψουμε Μελά (Μιλά)10  από τα έλατα για να δώσουμε στις αγελάδες να φάνε, αλλά, η «Ντίνα», ήταν εκλεκτική και δεν το έτρωγε, παρά τα παρακάλια και τη νουθεσία που της έκαμα. Με κοίταζε με τα παραπονεμένα μάτια της και αρνιόταν, πεισματικά, να φάει. Αδιέξοδο και απογοήτευση. Το μόνο που περιμέναμε, ήταν να μας ειδοποιήσουν να κατέβουμε κάτω, στο χωριό.

Αφήστε που φοβόμασταν να ανέβουμε στα έλατα, γιατί νομίζαμε ότι θα σπάσουν τα κλαδιά τους και πέσουμε κάτω. Ο φόβος μας, πάντως, ήταν αδικαιολόγητος, γιατί τόσο ο κορμός του ελάτου, όσο και τα κλαδιά του, έχουν μεγάλη ευλυγισία  και δεν σπάζουν εύκολα. Μερικά τσοπανόπουλα, εκεί κοντά, που έμαθαν τους φόβους μας, ανέβαιναν στην κορυφή των ελάτων και έκαναν «τραμπάλα» και μας κορόιδευαν.  Δεν μου έφτανε, όμως, το βάσανο της αγελάδας, αλλά μου σώθηκε και εμένα το ψωμί και δεν είχα τι να φάω. Ευτυχώς είχαν ψωμί τα πρώτα ξαδέρφια Νίκος Ευαγγέλου Παλαιορούτης και Νίκος Κωνσταντίνου Παλαιορούτης (Αυτούς θυμάμαι, δεν θυμάμαι άλλους) και το μοιραστήκαμε μαζί τους. Προς μεγάλη τους τιμή, ό,τι ψωμί είχαν, το διέθεσαν για όλους μας με την εξής διαδικασία: Άρμεγαν όσες αγελάδες είχαν λίγο γάλα και ήταν αυτές που έτρωγαν τα «Μελά». Έβραζαν το γάλα και το άδειαζαν μέσα σε μία τσίγκινη καρδάρα. Μέσα εκεί έτριβαν το ψωμί. Όλοι, τώρα, όσοι είμαστε εκεί και είμαστε δέκα περίπου άτομα, καθόμαστε γύρω - γύρω από την καρδάρα και, με τα κουτάλια μας, τρώγαμε από κοινού. Θυμάμαι ότι, ο Κωνσταντίνος Παλαιορούτης, είχε έναν άνδρα, που τον βοηθούσε στις αγροτικές δουλειές. Αυτός ήταν μαζί μας στο Ρούμπαλο και ήταν ο μεγαλύτερος, στην ηλικία, από όλους μας. Δεν θυμάμαι το μικρό του όνομα, αλλά, την ώρα του φαγητού, έλεγε αστεία, με τα οποία, εμείς οι μικροί, ξακαρδιζόμασταν στα γέλια και δεν τρώγαμε. Αυτός, όμως, εκμεταλλεύονταν την αναγκαστική αποχή μας από το φαγητό και έτρωγε το περισσότερο γάλα με το ψωμί!

 

Επί τέλους ήλθε κάποτε, από τον Καναλάκη, η πολυπόθητη ειδοποίηση, ότι θα κατέβουμε στο χωριό και πρέπει να επιστρέψουμε. Σε ελάχιστα λεπτά ξεκινούσαμε για τον Καναλάκη. Η κάθοδος ήταν σχετικά εύκολη, αλλά την έκανε ευκολότερη η σκέψη ότι τελείωναν τα βάσανά μας. Ακόμη και η «Ντίνα» φαίνεται ότι το διαισθάνθηκε, γιατί βάδιζε με απροσδόκητη γρηγοράδα, σα να βιάζονταν να φτάσει στον κάμπο, όπου την περίμενε μπόλικο χορτάρι, για να βοσκήσει. Στον Καναλάκη συναντήθηκα με την υπόλοιπη οικογένεια. Δεν θυμάμαι το πώς πέρασαν αυτοί, αλλά αυτό δεν είχε και τόση σημασία πλέον. Αυτό που κυριαρχούσε στη σκέψη μας, ήταν ότι κατεβαίνουμε στο χωριό μας. Καθώς περνούσαμε, ημέρα τώρα, το μονοπάτι που ανεβήκαμε εκείνη την τρομερή νύχτα, τότε καταλάβαμε πόσο μεγάλο άθλο πραγματοποιήσαμε.

 

Αλλά το αστείο της υποθέσεως είναι ότι, ενώ μας ανέβασαν στον Καναλάκη νύχτα, για να μη μας αντιληφθούν οι Γερμανοί, μας κατέβαζαν μέρα και ας μας έβλεπαν οι Γερμανοί, που κατεβαίναμε ομαδικά από το βουνό οι κάτοικοι και τα ζώα δύο χωριών!!! Θα πρέπει να σημειώσουμε βέβαια, ότι, πυροβόλα, δεν ήλθαν ποτέ στο Γαβαθά και δεν έπεσε όχι μόνο κανονιά, αλλά ούτε ένα άσφαιρο εναντίον των Γερμανών!

 

Στο χωριό φτάσαμε χωρίς κανένα εμπόδιο. Όταν φτάσαμε στα πρώτα σπίτια, αισθανθήκαμε μεγάλη ανακούφιση και νιώθαμε σαν να ξυπνήσαμε από έναν τρομερό εφιάλτη. Εγώ οδηγούσα το μουλάρι με το όνομα «Μάρκος». Πισοκάπουλα (Μπ’σουκάπ’λα»11  ήταν καβάλα η Κική. Μπήκα στο χωριό από το δρομάκι που κατέβαινε δυτικά από το σπίτι του Αθανασίου Ευθυμίου και περνούσε ανατολικά από τον «Πύργο» του Λεωνίδα Αναγνωστόπουλου και κολλητά, ακριβώς, στη μάνδρα που περιέβαλλε τον «Πύργο». Εκεί, στη γωνία της μάνδρας, ήταν μία χαμηλή συκιά, της οποίας η ρίζα ήταν μέσα από τη μάνδρα, αλλά τα κλαδιά της έβγαιναν έξω από αυτή και σκέπαζαν, χαμηλά, το δρόμο. Μπροστά πήγαινα εγώ, σέρνοντας το «Μάρκο από το καπίστρι του. Η Κική, καταλαβαίνοντας ότι φτάνουμε στο χωριό, είχε αρχίσει να είναι χαρούμενη και να τραγουδά από πολύ ώρα. Καθώς, όμως, περνούσα κάτω από τη συκιά, ακούω ένα απότομο κλάμα της Κικής. Σταματώ αμέσως και τρέχω από πίσω από το «Μάρκο», για να δω τι συμβαίνει. Βλέπω, με τρόμο, την Κική να είναι πεσμένη στο έδαφος και να κλαίει φοβισμένη. Τι είχε συμβεί; Τα κλαδιά της συκιάς, καθώς περνούσε ο «Μάρκος» κάτω από αυτά, παρέσυραν την Κική και την πέταξαν στο έδαφος. Το σημείο της ανατροπής φαίνεται στην επόμενη εικόνα.

Το καημένο το παιδί πέρασε απότομα, από τη χαρά και την καλή διάθεση, στη απότομη λαχτάρα. Την κοίταξα να δω αν είναι χτυπημένη, αλλά, ευτυχώς και σαν από θαύμα, δεν είχε πάθει τίποτε. Τη συνέφερα από το κλάμα της, την ξανάβαλα πισοκάπουλα στο «Μάρκο» και φτάσαμε, ύστερα από λίγα λεπτά, στο σπίτι, όπου μας περίμεναν και οι άλλοι. Δεν έπαθε τίποτε, η Κική, μέχρι τον Καναλάκη και κατά την επιστροφή και, παραλίγο, να το πάθει στο ίσιωμα του «Πύργου» και λίγο πριν φτάσουμε στο σπίτι!!! Θα ήταν τραγική ειρωνεία, αν πάθαινε κάτι κακό.

 

Μόλις φθάσαμε στο σπίτι, μας υποδέχθηκε, ανεπάντεχα, το γουρούνι. Από την πρώτη στιγμή που μας είδε, έτρεξε να μας πλησιάσει και, κουνώντας την ουρά του και γρουνίζοντας (γρου, γρου, γρου…..), προσπάθησε να δείξει όλη τη χαρά του, που μας είδε. Σε ανταπόδοση το ξύσαμε στη ράχη και, αυτό, ξάπλωσε αμέσως, για να απολαύσει καλύτερα το ξύσιμο12.

 

Δεν παραλείπω να γράψω ότι το σπίτι το βρήκαμε λεηλατημένο. Ευτυχώς δεν ανακάλυψαν τις δύο κρυφές καταπακτές, για να τις αδειάσουν. Δεν γνωρίζω αν συνέβη το ίδιο και σε άλλα σπίτια. Για τις Κομποτάδες έχω αποδεικτικά στοιχεία ότι συνέβησαν λεηλασίες νοικοκυριών.

 

Το πρώτο που έκαμαν οι γονείς μου, μόλις φτάσαμε στο χωριό, ήταν να μου δώσουν την εντολή να πάρω τη «Ντίνα» και να την κατεβάσω στα ποτιστικά, που είχε πολλά χορτάρια, για να βοσκήσει. Παίρνω τη «Ντίνα» και ξεκινάμε. Αυτή κατάλαβε για πού πάμε και, μπαίνοντας μπροστά, άρχισε να τρέχει και δεν μπορούσα να τη φτάσω. Σαν φτάσαμε στα ποτιστικά και την έβαλα μέσα σε έναν καταπότι, άρχισε να τρώει τα χορτάρια με μεγάλη βουλιμία και ταχύτητα, σαν να ήθελε να φάει, όσο το δυνατό γρηγορότερα, όλα τα χορτάρια που της έλειψαν, στις μέρες που πέρασαν. Απ’ όπου περνούσε η μουσούδα της, το έδαφος γδέρνονταν από τα χορτάρια. Αργά το απόγευμα χόρτασε και ήταν ώρα να επιστρέψουμε στο χωριό. Πήραμε το δρόμο του γυρισμού, σιγά – σιγά, και, σε λίγη ώρα, φτάσαμε στο σπίτι.

 

Εν τω μεταξύ, η Μητέρα, είχε ζυμώσει και είχε ψήσει φρέσκο ψωμί και, τα καρβέλια, άχνιζαν ζεστά – ζεστά. Επί τέλους όλοι μαζί. Οι κακές μέρες πέρασαν. Η κουβέντα μεταξύ μας και το καλό φαγητό έφεραν τη γαλήνη και την ηρεμία. Η μόνη έγνοια ήταν, μήπως έχουμε καμία ξαφνική παρουσία των Γερμανών, γεγονός στο οποίο είχαμε, πάντοτε, στραμμένη την προσοχή μας. Και ήταν φυσικό, ύστερα και από την μεγάλη κούραση της ημέρας, να έλθει ο ύπνος.

 

Για τους λόγους που επέβαλαν την μετακίνηση του πληθυσμού του χωριού, στον Καναλάκη, διατυπώνονται διάφορες απόψεις. Προσωπικά, λαμβάνοντας υπ’ όψη αυτά που άκουσα να λέγει το στέλεχος που ανάφερα στην αρχή, το γεγονός ότι κανένα πυροβόλο δεν έφτασε στο Γαβαθά και δεν έριξε ούτε ένα άσφαιρο, το γεγονός ότι, η αναφερόμενη ενέργεια των ανταρτών, ήταν πέραν πάσης στρατιωτικής δεοντολογίας, το γεγονός ότι, μία τέτοια ενέργεια, θα επέσυρε τρομερά αντίποινα των Γερμανών, το γεγονός ότι μας επέτρεψαν να επιστρέψουμε από το βουνό ημέρα και υπό τα όμματα των Γερμανών, ενώ φύγαμε νύχτα, για να μην αντιληφθούν την αναχώρησή μας κλπ, πιστεύω ότι ήταν μία τελείως άσκοπη και αδικαιολόγητη ενέργεια, η οποία, συν τοις άλλοις, ήταν και κακώς σχεδιασμένη. Θα μπορούσα να αναφέρω για ποιους λόγους διατάχθηκε η ανωτέρω περιπέτεια, αλλά αποφεύγω να το κάμω.

 

Αλλά, τέλος καλό, όλα καλά.

 

Designed and maintained by 4Point