Ο Σπερχειός και εμείς

Υποσημείωση 1

Μουντός (= θαμπός, θολός) < από το Βυζαντ. μουντός < από το αρχ. μυνδός.

 

Υποσημείωση 2

Γαλατοκουρκούτι = γάλα + κουρκούτι. Η λ. κουρκούτι (= βρασμένος χυλός από αλεύρι) < από το Βυζαντ. κουρκούτιν, αγνώστου ετύμου. Το γαλατοκουρκούτι το τρώγαμε πολύ στην κατοχή, ελλείψει άλλων τροφών, αν είχαμε, βεβαίως, γάλα και αλεύρι από σιτάρι.

 

Υποσημείωση 3

Κατσαμάκι (= χυλός από καλαμποκάλευρο) < από το τουρκ. Kacamak.

 

Υποσημείωση 4

Σοφράς (= χαμηλό στρογγυλό τραπέζι της παλιάς εποχής) < από το τουρκικό sofra.

 

Υποσημείωση 5

Τσουκάλι [= πήλινη χύτρα (κατά το λεξικό Τεγόπουλου – Φυτράκη)]. Εμείς όμως,

στο σπίτι, ονομάζαμε έτσι και ένα επικασσιτερωμένο χάλκινο σκεύος, το οποίο είχε σχήμα κανάτας..

 

Υποσημείωση 6

Πιλαλώντας = τρέχοντας < από το πιλαλάω-ώ = τρέχω...

 

Υποσημείωση 7

Κουτούλισμα [= χασομέρισμα (χάσιμο χρόνου), καθυστέρηση] < από το κουτουλίζω ή κουτουλώ (= χτυπώ το κεφάλι, γέρνω το κεφάλι προς τα κάτω) < (κατά Ανδριώτη): από το Βυζαντινό κονδυλίζω και (κατά Μ. Φιλήντα): από το κούτουλο < από το κούτελο (= πρόσωπο) < από το μεταγενέστερο κότυλον (= δοχείο).

 

Υποσημείωση 8

Ψιχάλα (= ψιλή βροχή, βροχή με ψιλές και αραιές σταγόνες νερού) < από το συμφυρμό (συνένωση) των λέξεων ψεκάδα και ψίχαλο. Η λ. ψεκάδα < από τη λ. ψεκάζω < από το αρχαίο ψακάζω (= εκσφενδονίζω νερό σε σταγονίδια, ραντίζω). Η λ. ψίχαλο (= ψίχουλο) < από το αρχαίο ψιξ, ψιχός (= ψίχα)..

 

Υποσημείωση 9

Μπόρα (= ξαφνική και ραγδαία βροχή μικράς διαρκείας) < από το βενετικό borea < από το λατινικό boreas και, αυτό, από το Ελληνικό βορέας (= βοριάς)

 

Υποσημείωση 10

Περονιάσει (= τρυπήσει) < από το περονιάζω (= διατρυπώ με το πιρούνι, διατρυπώ, πιρουνιάζω) < από το περόνη (= καρφίτσα, το πιρούνι) < από το αρχ. περόνη < από το αρχ. πείρω (= τρυπώ)

 

Υποσημείωση 11

Κιοτής (= δειλός, αυτός που εγκαταλείπει, εύκολα, από φόβο) < από το τουρκικό kÖtÜ.

 

Υποσημείωση 12

Μαδέρι (= πλατύ και χοντρό δοκάρι) < από το Βυζαντινό μαδέριν < από το αρχαίο βενετικό madero < από το λατινικό material.

 

Υποσημείωση 13

Κουράγιο (= θαρραλέα αντιμετώπιση δυσκόλων καταστάσεων) < από το βενετ. coragio.

 

Υποσημείωση 14

Τριβέλιζαν = τριβέλιζαν (= μας τρύπαγαν το κεφάλι, μας πονοκεφάλιαζαν) < από το τριβελίζω (= τρυπώ με τριβέλι). Η λ. τριβέλι (= τρυπάνι) < από το Βυζαντ. τριβέλλιν < από το τρεβέλλιον = υποκοριστικό του λατιν. terebellum.

 

Υποσημείωση 15

Καμαράντ = συνάδελφε.

 

Designed and maintained by 4Point

 

Designed and maintained by 4Point