Ο Σπερχειός και εμείς

Περιγράφεται μία πραγματική περιπέτεια, που τη ζήσαμε, το 1943 (στα μέσα της γερμανοϊταλικής κατοχής), εγώ (12 ετών τότε) και μερικά άλλα χωριανά γυμνασιόπαιδα της εποχής εκείνης. Επιστρέφαμε, το απόγευμα κάποιου Σαββάτου, από τη Λαμία στο χωριό με τα μοναδικά παπούτσια στον ώμο και υπό καταρρακτώδη βροχή. Ο Σπερχειός μας έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι και, από εκεί και πέρα, άρχισαν τα δραματικά γεγονότα.

Θα ήταν το 1943. Εγώ, τότε, ήμουν 12 ετών και πήγαινα στο Γυμνάσιο της Λαμίας, στη δεύτερη τάξη. Τότε ήταν τα χρόνια της μαύρης κατοχής και, στη Λαμία, είχαμε Γερμανούς και Ιταλούς, οι οποίοι σημείωναν, με τον φόβο και τον τρόμο, την βίαιη παρουσία του κατακτητή.

 

Το μεγάλο πέτρινο σχολείο, το οποίο φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία - και προορίζονταν για τη λειτουργία του ως "Γυμνάσιο Αρρένων" - το είχαν επιτάξει οι κατακτητές και δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθεί.

Ένεκα, τούτου, τα μαθήματα γίνονταν σε κενές αποθήκες, οι οποίες υπήρχαν σε διάφορα σημεία της Λαμίας. Αυτό σημαίνει ότι, παρά την κατοχή, δεν έλειψε η ελπίδα για την ταχεία απελευθέρωση της Ελλάδος και τη συνέχιση της κανονικής ζωής, έχοντας - ταυτόχρονα - και το απαραίτητο εφόδιο της μόρφωσης. Επειδή ήμασταν πολλά παιδιά δεν επαρκούσαν. οι αποθήκες για τη διεξαγωγή των μαθημάτων, από όλες τις τάξεις, τις πρωινές ώρες. Για το λόγο αυτό κάναμε μάθημα τη μία εβδομάδα το πρωί και την άλλη το απόγευμα. Στη Λαμία μέναμε, σε δωμάτια που είχαν νοικιάσει οι γονείς μα, από τη Δευτέρα μέχρι το Σάββατο. Κάθε Σάββατο ερχόμασταν στο χωριό και επιστρέφαμε, στη Λαμία, την Κυριακή το απόγευμα.

 

Κάποιο από τα Σάββατα κάναμε μάθημα το απόγευμα και τελειώσαμε σουρουπώνοντας. Στη Λαμία, οι γερμανοϊταλοί, είχαν επιβάλλει απαγόρευση κυκλοφορίας κατά τη νύχτα και έπρεπε να ξεκινήσουμε αμέσως, για το χωριό, πριν περάσει η ώρα και κλειστούμε μέσα στην πόλη, χωρίς να μπορούμε να βγούμε έξω.

 

Θα πρέπει να ήταν φθινόπωρο και, τότες, αρχίζουν τα πρωτοβρόχια. Ο ουρανός ήταν μουντός1  και μαύρα σύννεφα ξεχώριζαν επάνω σ’ αυτόν, τα οποία, όσο περνούσε η ώρα, όλο μεγάλωναν και θέριευαν. Κοιτάζαμε προς τον ουρανό και τα μαύρα σύννεφα που βλέπαμε, μας μαύριζαν και τη δική μας καρδιά. Και όλο ρωτούσαμε τον εαυτό μας, αν θα προλάβουμε ή όχι να φθάσουμε, στο χωριό, πριν βρέξει. Το διαισθανόμαστε, βέβαια, ότι δεν θα προλαβαίναμε και θα την τρώγαμε τη βροχή στο δρόμο. Στη Λαμία, πάντως, δεν μπορούσε να μας κρατήσει κανένας με τίποτε, ούτε και δεμένους με σίδερα. Θέλαμε, οπωσδήποτε, να φύγουμε και να πάμε στο χωριό. Και αυτή μας η ακατανίκητη επιθυμία είχε την αφετηρία της σε τρεις σημαντικούς λόγους, οι οποίοι ήταν οι εξής:

 

Ο πρώτος

Στη Λαμία βλέπαμε και φοβόμασταν, κάθε μέρα, τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. Αυτό μας άγχωνε και μας πλάκωνε το στήθος σαν κάτι βαρύ και ασήκωτο. Στο χωριό, όμως, δεν βλέπαμε τον κατακτητή και είχαμε την ψευδαίσθηση μιας, κατ’ επίφαση, φαινομενικής ελευθερίας. Αυτή την αίσθηση την είχαμε πολύ ανάγκη, μας ξαλάφρωνε, μας ηρεμούσε, μας αποτοξίνωνε λίγο από τον συνεχή φόβο και αυτό μας ενδυνάμωνε και μας καθιστούσε ικανούς να αντέξουμε την καταπίεση της άλλης εβδομάδος.

 

Ο δεύτερος

Εμείς, τότε, είχαμε φύγει από το χωριό και ζούσαμε τον περισσότερο χρόνο, κατά τη σχολική περίοδο, στη Λαμία. Ήμασταν, όμως, μικρά παιδιά και είχαμε μεγάλη ανάγκη από την παρουσία και την εκδήλωση της αγάπης και της ζεστασιάς των γονιών μας και των αδελφών μας. Αυτά μας έλλειπαν και, η έλλειψή τους αυτή, μας δημιουργούσε την αίσθηση της απομονώσεως. Η χαρούμενη υποδοχή της οικογένειας, το προστατευτικό και γεμάτο στοργή βλέμμα των γονιών μας και η χαρά και τα γέλια των αδελφών μας που θα μας έβλεπαν, μας έκανε να αισθανόμαστε ανείπωτη αγαλλίαση, μας έκανε ευτυχισμένους. Αυτές τις εκδηλώσεις της οικογένειας όσες φορές και να τις γευόμασταν, ποτέ δεν τις χορταίναμε, ποτέ δεν μας ήταν βαρετές και ποτέ δεν έπαψαν να μας είναι αναγκαίες.

 

Ο τρίτος

Πεινούσαμε και θάλαμε να πάμε στο σπίτι μας να φάμε λίγο ζεστό φαγάκι, μαζί με όλη την οικογένεια. Το φαγάκι, αυτό, δεν είχε σημασία αν ήταν ένα απλό γαλατουκουρκούτ’ (γαλατοκουρκούτι)2  ή ένα φτωχό κατσιαμάκι (κατσιαμάκι)3,  αρκεί να ήταν ζεστό και να καθίσουμε να το φάμε όλοι μαζί στο σοφρά4.  Ένας σοφράς φαίνεται στη επόμενη φωτογραφία.

Αλλά δεν έφτανε αυτό. Κάθε Κυριακή όλο και θα έσφαζε, η Μητέρα, κανένα κοτόπουλο, γιατί, όλες τις άλλες μέρες, το κρέας και το κοτόπουλο, ήταν όνειρο απατηλό. Στη Λαμία τρώγαμε ό,τι είχαν και μπορούσαν να μας στείλουν, οι γονείς μας, από το χωριό. Εμένα μου έστελναν, φαγητό, με ένα τσ’κάλι (τσουκάλι),  στο μαγαζί του αείμνηστου Σπύρου Γιωτόπουλου. Τι χαρά και τι αγαλλίαση της ψυχής ήταν αυτή, όταν έβλεπα να με περιμένει, εκεί, γεμάτο το τσουκάλι5, αλλά και τι απογοήτευση και τι θλίψη όταν δεν το εύρισκα και έφευγα, για το σπίτι που έμενα, με κατεβασμένο το κεφάλι! Απ’ ό,τι θυμάμαι, το τσουκάλι αυτό, ήταν και ένας ψυχολογικός συνδετικός κρίκος μεταξύ εμού και της οικογενείας μου!

 

Οι ανωτέρω λόγοι ήταν ισχυρότατα κίνητρα, τα οποία μας έσπρωχναν, μας παρακινούσαν και μας προέτρεπαν στο να πάρουμε το δρόμο, για το χωριό, το δυνατόν γρηγορότερα. Στο κάτω – κάτω χωριατόπαιδα ήμασταν και μία βροχή θα μας συγκρατούσε; Αυτό, δα, μας έλλειπε!

 

Μαζευτήκαμε, λοιπόν, περί τα έξι με επτά παιδιά και ξεκινήσαμε π’λαλώντας (πιλαλώντας)6. Χρόνος για κούτ’λιζμα (κουτούλισμα)7  δεν υπήρχε. Από τα παιδιά που μαζευτήκαμε, θυμάμαι μόνο τον Γιώργο τον Αναγνωστόπουλο του Αθανασίου, σήμερα (2004) Αντιστράτηγος ε. α. Εγώ ήμουν από τους μικρότερους ή ο μικρότερος από όλους.

 

Μόλις βγήκαμε από τη Λαμία, βγάλαμε τα παπούτσια, τα δέσαμε μεταξύ τους με τα κορδόνια και τα κρεμάσαμε στον ώμο. Αυτό γίνονταν πάντοτε, για να μη φθείρονται, μια και ήταν το μοναδικό ζευγάρι που είχαμε και το χρειαζόμασταν, για να πηγαίνουμε στο σχολείο!! Για να πάμε στο χωριό πήραμε το δρόμο που άρχιζε από τις στρατώνες της Λαμίας (ήταν, τότε, γεμάτες Ιταλούς), περνούσε μέσα από το χωριό Καλύβια, διέσχιζε πλαγίως όλο τον κάμπο - όπου και διασταυρώνονταν με τη σιδηροδρομική γραμμή -  και έφθανε στην οδική γέφυρα του Σπερχειού, που είναι βόρεια του χωριού μας. Το δρομολόγιο, αυτό, φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία με κίτρινη, διακεκομμένη, γραμμή και κόκκινα βέλη.

Μόλις περάσαμε τα καλύβια, έπεσε η πρώτη ψιχάλα8.  Από εκεί και πέρα, οι μπόρες9, η μία διαδέχονταν την άλλη. Το νερό μας είχε πιρουνιάσει (περονιάσει)10  μέχρι το κόκαλο. Και, όμως, ούτε και σαν σκέψη δεν μας πέρασε από το μυαλό, να γυρίσουμε πίσω. Εκεί, εμείς, τραβούσαμε προς τα μπροστά, σαν κάποια αόρατη δύναμη να μας έσπρωχνε και να μην έχουμε τη δυνατότητα να αντιδράσουμε διαφορετικά! Εμείς τα μικρά παιδιά, βέβαια, ακολουθούσαμε τους μεγαλύτερους σαν κουτάβια, από κοντά, αλλά κανένας δεν βρέθηκε να είναι κιουτής (κιοτής)11. Ή μπροστά ή τίποτε άλλο!

 

Από τη στιγμή που μουσκέψαμε για τα καλά, μας ήταν αδιάφορο πόσες μπόρες έπεφταν και πόσο δυνατές ήταν. Το πρόβλημά μας ήταν να προχωράμε και προχωρούσαμε. Οι λάσπες και οι λακκούβες του χωματόδρομου, που ήταν γεμάτες νερό, ούτε και αυτές μας ήταν εμπόδιο. Βουτούσαμε μέσα σαν να μην υπήρχαν, αφού και δεν τις βλέπαμε, καλά – καλά, δεδομένου ότι ήταν σκοτάδι. Έπειτα τα παπούτσια μας δεν επρόκειτο να τα χαλάσουμε, αφού τα είχαμε κρεμασμένα στην πλάτη. Ήταν, όντως, συγκλονιστικό να βλέπεις μια ομάδα νεαρών παιδιών, να προχωρά καταμούσκεμη, με τα μαλλιά πεσμένα στο πρόσωπο από το νερό, με σκυφτό το κεφάλι, για να προφυλάσσουν τα μάτια από τις δυνατές σταγόνες της βροχής, τσαλαβουτώντας μέσα στις λάσπες, σκοντάφτοντας, κοντανασαίνοντας και χωρίς να μιλούν, σαν να ήταν φαντάσματα μέσα στη νύχτα!

 

Και να, επιτέλους, φτάσαμε στη δημοσιά πριν από τη γέφυρα. Μόλις πατήσαμε το στερεό έδαφος του δρόμου, αισθανθήκαμε μεγάλη ανακούφιση. Το γάιδαρο τον είχαμε φάει και μόνο η ουρά του μας έμενε. Θα περνούσαμε τη γέφυρα και, με δυο δρασκελιές, θα ήμασταν στα σπίτια μας. Η γέφυρα, όπως είναι σήμερα, φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία.

Μόλις, όμως, φτάσαμε στην άκρη της γέφυρας, είδαμε κάτι που μας πάγωσε το αίμα!

 

Τι είχε συμβεί;

 

Στις 6 Απριλίου του 1941, όπως μας είναι γνωστό, μας επιτέθηκαν και οι Γερμανοί, στη Μακεδονία και στη Θράκη, ενώ, ο Ελληνικός Στρατός, πολεμούσε - νικηφόρα - εναντίον των Ιταλών, στη Βόρεια Ήπειρο. Ο νικηφόρος Ελληνικός Στρατός δεν άντεξε την επίθεση του πανίσχυρου γερμανικού Στρατού και, ύστερα από τη μεγαλειώδη άμυνα, στα οχυρά της λεγόμενης «Γραμμής Μεταξά», ηττήθηκε. Πριν μας επιτεθούν οι Γερμανοί και με την προοπτική αυτής της επίθεσης, ήλθε, στην Ελλάδα, Αγγλικός στρατός, για να μας βοηθήσει. Με την κατάρρευση, όμως, του Ελληνικού  μετώπου, οι Άγγλοι άρχισαν να υποχωρούν, κάνοντας επιβραδυντικό αγώνα μέχρι τα λιμάνια της Πελοποννήσου, όπου θα επιβιβάζονταν στο στόλο τους, για να αποχωρήσουν. Μία κατάλληλη τοποθεσία, για επιβράδυνση, ήταν και αυτή των Θερμοπυλών, όπου, οι Άγγλοι, αντέταξαν άμυνα λίγων ημερών. Κατά τη διάρκεια αυτού του αγώνα, οι Άγγλοι, κατέστρεψαν και τη γέφυρά μας, ανατινάσσοντάς την με εκρηκτικές ύλες. Τη γέφυρα την έκοψαν στη μέση και, σχηματίζοντας ένα (V), έπεσε μέσα στο νερό του ποταμού. Συγκεκριμένα η κορυφή του (V) ήταν μέσα στο νερό και, οι άκρες των πλευρών της, ακουμπούσαν στην κορυφή των οχθών, εκεί που ήταν τα βάθρα της γέφυρας. Οι Κωσταλεξιώτες είχαν τοποθετήσει ένα χοντρό μαδέρι12, κάτω χαμηλά και λίγο επάνω από την επιφάνεια του νερού, το οποίο ακουμπούσε, με τις άκρες του, στα δύο κομμένα και πεσμένα τεμάχια της γέφυρας. Με τον τρόπο, αυτό, περνούσαν το Σπερχειό πεζή. Αν είχαν ζώα περνούσαν είτε από τον πόρο στο «Πολυμεράκι», αν ήταν καλοκαίρι, είτε από τη γέφυρα της Σανίδας, η οποία λειτουργούσε κανονικά. Και τι είχε συμβεί λοιπόν; Με τη βροχή ανέβηκε η στάθμη του νερού του ποταμού και παρασύρθηκε το μαδέρι.

 

Άρα;

 

Το πέρασμα του Σπερχειού ήταν αδύνατο!

 

Και τώρα τι γίνεται; Να γυρίσουμε στη Λαμία ούτε συζήτηση. Τώρα ίσχυε η απαγόρευση της κυκλοφορίας και δεν ήταν δυνατό να μπούμε μέσα. Ακόμη και όταν θα περνούσαμε τη σιδηροδρομική γραμμή - επιστρέφοντας - ήταν δυνατό να πέσουμε επάνω σε κάποια γερμανική ενέδρα, με κίνδυνο να νομίσουν - οι Γερμανοί - ότι ήμαστε αντάρτες, που πηγαίναμε να χαλάσουμε τις γραμμές και να μας χτυπήσουν. Τα πράγματα, συνεπώς, ήταν μπροστά βαθύ (ο Σπερχειός) και πίσω ρέμα (οι Γερμανοί).

 

Κάποιος πέταξε την κουβέντα να πάμε να περάσουμε από τη σιδηροδρομική γέφυρα! Τη γέφυρα αυτή, όμως, τη φύλαγαν, οι Γερμανοί, κατά τέτοιον τρόπο που δεν μπορούσε να περάσει ούτε κουνούπι. Συρματοπλέγματα και νάρκες την έζωναν γύρω – γύρω.

 

Στην επόμενη φωτογραφία φαίνεται και ένας πύργος με πολεμίστρες. Τον είχαν κατασκευάσει, οι Γερμανοί, για τους αμυντικούς σκοπούς ασφαλείας της γέφυρας. Τώρα, μέσα στον πύργο, έχει φυτρώσει μία μεγάλη συκιά.

Άλλη λύση, όμως, δεν υπήρχε και αυτή ήταν λύση απελπισίας. Το πρόβλημα ήταν να καταλάβουν οι Γερμανοί ποιοι ήμασταν και να μην νομίσουν ότι ήμαστε αντάρτες και μας πυροβολήσουν. Για το λόγο αυτό συμφωνήθηκε να βαδίζουμε επάνω στις γραμμές από πολύ μακριά από τη γέφυρα και να συζητάμε μεγαλόφωνα. Με τον τρόπο αυτό ελπίζαμε ότι θα πεισθούν, οι Γερμανοί, ότι ήμασταν απλοί χωρικοί και όχι αντάρτες. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Όσο περνούσε η ώρα, ήταν δυνατό να ξεχειλίσει ο Σπερχειός και να κατακλύσει τον κάμπο, οπότε σίγουρα θα πνιγόμασταν. Μέρος της κοιλάδας του Σπερχειού - κατακλυσμένης - φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία.

Έπρεπε, συνεπώς, να πάρουμε γρήγορα απόφαση και να ξεκινήσουμε. Την απόφαση την πήραμε. Θα πάμε από τη σιδηροδρομική γέφυρα! Ξεκινήσαμε, λοιπόν, με την ελπίδα ότι ο θεός θα μας βοηθούσε και, οι Γερμανοί, θα αντιδρούσαν ήρεμα και όχι βίαια.

 

Παράλληλα με τη βόρεια όχθη του ποταμού υπήρχε ένα μονοπάτι, το οποίο άρχιζε από την οδική γέφυρα και έφθανε στη σιδηροδρομική γέφυρα. Αυτόν το δρόμο θα ακολουθούσαμε. Το δρομολόγιο φαίνεται στη επόμενη φωτογραφία προσδιορίζεται με λευκή, διακεκομμένη, γραμμή και πράσινα βέλη.

Εμείς τα κ'τάβγια (κουτάβια), βέβαια, δεν μας έπεφτε λόγος στις αποφάσεις των μεγάλων. Ακούγαμε μόνο και ήμασταν έτοιμοι να τους ακολουθούσαμε, σε όποια απόφαση και αν έπαιρναν. Δεν υπήρχαν περιθώρια, αλλά ούτε και ο χρόνος ήταν κατάλληλος, για να φοβόμαστε. Ακολουθούσαμε, λοιπόν, τους μεγάλους με αποφασιστικότητα και κουράιου (κουράγιο)13.  Η βροχή μία σταματούσε και μία άρχιζε. Αλλά όλοι μας προχωρούσαμε θαρραλέα και, κάποτε, φτάσαμε στη σιδηροδρομική γραμμή αρκετά μακριά από τη γέφυρα. Ανεβήκαμε επάνω σε αυτή και συνεχίσαμε το περπάτημα, πλησιάζοντας προς τη γέφυρα, συζητώντας έντονα όπως είχαμε συμφωνήσει. Όσο πλησιάζαμε τόσο η αγωνία μας κατέτρωγε. Θα μας ρίξουν οι Γερμανοί ή δεν θα μας ρίξουν. Θα μας αφήσουν να περάσουμε ή θα μας διώξουν, γυρίζοντάς μας πίσω. Αυτά τριβέλιζαν14,  όλη την ώρα, στο μυαλό μας, χωρίς να το λέγει ο ένας στον άλλον. Καθώς προχωρούσαμε. όμως, ακούμε ένα άγριο «Halt» και αμέσως μας φώτισε το φως από ένα ηλεκτρικό φανάρι. Κοκκαλώσαμε αμέσως στη θέση που βρισκόμασταν και σηκώσαμε τα χέρια ψηλά. Σαν να βλέπω ακόμη τους δύο Γερμανούς, που φάνηκαν μπροστά μας. Ο ένας κρατούσε το όπλο του, γυρισμένο προς το μέρος μας, ενώ, ο άλλος, μας φώτιζε με το φακό του.

Οι μεγάλοι φώναξαν «Καμαράντ, Καμαράντ...»15 και προχώρησαν, σιγά – σιγά, προς τα μπροστά, για να εξηγήσουν στους Γερμανούς περί τίνος πρόκειται. Και πώς να τους εξηγήσουν, που κανένας δεν γνώριζε γερμανικά. Με κάτι Ελληνο-γερμανο-ιταλικές λέξεις και χειρονομίες κατόρθωσαν να εξηγήσουν στους Γερμανούς τι θέλαμε.  Και εκεί που φοβόμασταν για τα χειρότερα, το θαύμα έγινε. Οι Γερμανοί δέχθηκαν να μας αφήσουν να περάσουμε από τη γέφυρα. Ίσως και το ότι είδαν και εμάς τους μικρούς μαζί με τους μεγάλους, να τους έπεισε ότι δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο. Ακόμη θυμάμαι πως, όταν περνούσαμε τη γέφυρα, ένιωθα να περνά από κάτω με ταχύτητα και με θόρυβο το θολουριασμένο νερό του Σπερχειού, σαν να ήθελε να με αρπάξει και σαν να εκδήλωνε την κακία του, που δεν μπόρεσε, τελικά, να μας εμποδίσει να τον περάσουμε. Δοξασμένος ο Θεός.

Περάσαμε το μεγάλο εμπόδιο χωρίς κίνδυνο. Τώρα προχωρούσαμε προς το χωριό με ξαλαφρωμένη την ψυχή μας από το φόβο και την αγωνία. Αυτό μας ενεθάρρυνε και έτσι προχωρούσαμε πιο αποφασιστικά.

 

Από τη σιδηρογέφυρα ανέβαινε ένα μονοπάτι, για το χωριό, όπως φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία σημειούμενο με κόκκινη διακεκομμένη γραμμή και με κίτρινα βέλη.

Αυτό το μονοπάτι πήραμε ανηφορίζοντας για το χωριό. Όταν, όμως, πλησιάζαμε προς τον Ξεριά ακούσαμε ένα δυνατό βουητό, να έρχεται από την κατεύθυνσή του. Αυτό το βουητό το γνωρίζαμε και, μόλις το ακούσαμε, μας έκαψαν τα κρεμμύδια. Ο Ξεριάς ήταν κατεβασμένος από το νερό της βροχής!

 

Φαίνεται ότι, ο Σπερχειός, ήταν σε συνεννόηση με τον Ξεριά, να μας βάλλει και αυτός το τελευταίο εμπόδιο πριν από το χωριό! Εδώ τα πράγματα ήταν πολύ επικίνδυνα. Αν έπεφτε κάποιος μέσα στα ορμητικά νερά του Ξεριά, θα τον έπαιρναν στον κατήφορο και άντε να τον βρεις νύχτα που ήταν! Περισσότερο κίνδυνο διατρέχαμε εμείς οι μικροί. Οι μεγάλοι, όμως, που ήξεραν τα κατατόπια του Ξεριά, βρήκαν ένα στενό πέρασμα και από εκεί, πηδώντας, τον διαβήκαμε. Εμάς τους μικρούς μας βοήθησαν οι μεγάλοι να πηδήξουμε το νερό και να περάσουμε από την απέναντι μεριά. Τώρα, πλέον, είχαμε περάσει και το τελευταίο ανεπάντεχο εμπόδιο. Λίγη απόσταση μας απόμεινε για να φθάσουμε στα σπίτια μας. Η κούραση μας είχε φύγει όλη και, με ταχύ βήμα, ανεβαίναμε τον ανήφορο.

 

Οι ανάσες μας, τώρα, ήταν πιο γρήγορες από την έντονη προσπάθεια να περπατήσουμε γρηγορότερα. Δεν μιλούσαμε, πια, μεταξύ μας. Όλοι σκεφτόμασταν τις δυσκολίες που περάσαμε, αλλά περισσότερο έρχονταν στο μυαλό μας οι δικοί μας, που θα μας περίμεναν και αυτοί με αγωνία. Με αυτές τις σκέψεις φθάσαμε στα πρώτα σπίτια του χωριού και...

... ξαφνικά, ακούω τη φωνή του πατέρα μου, να φωνάζει από τη Ράχη (Ράχη) – τη σημερινή πλατεία: Παναϊώτ’ (Παναγιώτη).

 

Η καημένη η οικογένεια ανησύχησε, γιατί με περίμενε να έλθω στο σπίτι τη συγκεκριμένη ώρα, όπως γίνονταν κάθε Σάββατο. Και, αν αργούσαμε λίγο, δεν θα υπήρχε ανησυχία, εδώ, όμως, αργήσαμε πολλές ώρες και η μεγάλη ανησυχία ήταν δικαιολογημένη, αφού, μάλιστα, γνώριζε τις ιδιοτροπίες του Σπερχειού, ύστερα από τη μεγάλη νεροποντή που έριξε ο ουρανός! Γι’ αυτό και ο πατέρας μου βγήκε στη Ράχη (Ράχη) και φώναζε, κάθε τόσο και λιγάκι, το όνομά μου περιμένοντας να πάρει κάποια απόκριση. Την ίδια ανησυχία είχαν, βέβαια, και οι οικογένειες των άλλων παιδιών που ήμασταν μαζί.

 

Μόλις άκουσα τη φωνή του πατέρα μου, να με προσκαλεί, σκίρτησα από χαρά και με μία λαχταριστή και δυνατή φωνή αποκρίθηκα: ’δώ 'μι πατέρα, έρχουμι… (Εδώ είμαι πατέρα, έρχομαι…). Ε, τα υπόλοιπα δεν χρειάζεται να σας τα διηγηθώ, αφού, εξ άλλου, είναι και αυτονόητα. Να πω, μόνο, τέλος καλό - όλα καλά.

 

Αλλά, τελειώνοντας, θα ήθελα να εξάρω την άριστη και άψογη συμπεριφορά των μεγάλων παιδιών της παρέας. Τα παιδιά αυτά έδειξαν μεγάλο ηρωισμό, αξιοθαύμαστη συναίσθηση ευθύνης, πνεύμα συναλληλίας, αποφασιστικότητα και θάρρος, σωστή αντίληψη των καταστάσεων και λήψη ορθών αποφάσεων, τα οποία είχαν ευεργετικά αποτελέσματα τόσο για τους εαυτούς τους, όσο και για εμάς τους μικρούς που τους ακολουθούσαμε. Ιδιαίτερα, εμάς τους μικρούς, από τη στιγμή που διαπιστώσαμε το αδύνατο της διαβάσεως του Σπερχειού από την κατεστραμμένη γέφυρα, δεν μας εγκατέλειψαν, αλλά ανέλαβαν, χωρίς αμφιταλαντεύσεις και δισταγμούς, την προστασία μας και την ευθύνη να μας παραδώσουν, στις οικογένειές μας, σώους και αβλαβείς. Και την ευθύνη αυτή την έφεραν σε πέρας όσο μπορούσαν καλύτερα. Είναι κρίμα που δεν θυμάμαι τα ονόματα των παιδιών αυτών, παρά μόνο του Γιώργου του Αναγνωστόπουλου. Δεν έχει όμως, τούτο, ιδιαίτερη σημασία. Σημασία έχει η πράξη των παιδιών αυτών, η οποία μπορεί να προβληθεί σαν εξαιρετικό παράδειγμα προς μίμηση. Αλλά να εξάρω και τη συμπεριφορά ημών των μικρών. Δεν φοβηθήκαμε και δεν δειλιάσαμε. Αντίθετα δείξαμε δύναμη και αποφασιστικότητα και εκτελέσαμε τις αποφάσεις, των μεγάλων, με θαυμαστή ακρίβεια και αντοχή! Παρά το νεαρό της ηλικίας μας αντιληφθήκαμε πλήρως την κρισιμότητα της καταστάσεως και προσκολληθήκαμε στους μεγάλους «ψυχή τε και σώματι», ώστε να τους βοηθήσουμε, όσο μπορούσαμε καλύτερα, να αντιμετωπίσουν τις κρίσιμες περιστάσεις.

 

Να, λοιπόν, που "ουδέν κακόν αμιγές καλού".

 

Designed and maintained by 4Point