Ο μικρός ήρωας

Η ιστορία αποτελεί ένα πραγματικό περιστατικό της ζωής του γράφοντος, το οποίο περιγράφει, με σαφήνεια, τις δύσκολες περιστάσεις επιβίωσης του 1945 (Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς).

 

Το αφιερώνω στον πατέρα μου, τη μητέρα μου, τη σύζυγό μου  και τα παιδιά μου , καθώς και σε όλους τους γονείς που  αγωνιζονται να μεγαλώσουν και να αποκαταστήσουν τα παιδιά τους).

Τα παλιότερα χρόνια, τότε που τους αγρότες τους μάστιζε η φτώχεια, όλες σχεδόν οι οικογένειες εξέτρεφαν, για την επιβίωσή τους, μία – δύο κατσίκες και μερικά πρόβατα. Αρκετές δε και καμία αγελάδα. Με τον τρόπο αυτό και παρά τις δυσκολίες εκτροφής των ζώων αυτών, εξασφάλιζαν, τις χαλεπές εκείνες εποχές, το κρέας και το μαλλί (από τα πρόβατα), καθώς και όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα (Το γάλα και τα παράγωγά του, ήτοι: Τυρί, βούτυρο, μυζήθρα, βουστίνα, ξινόγαλο, τυρόγαλο, αλλά και μαλλί από τα πρόβατα).

 

Η οικογένειά μου εξέτρεφε και από τα τρία, από τα ανωτέρω είδη, ζώων. Το έτος 1945, αν δεν κάνω λάθος, είχαμε δύο αγελάδες, στις οποίες, ο πατέρας μας, τις βάπτισε με τα ονόματα «Ντίνα»    και «Θωμαή». Στη παρακάτω φωτογραφία φαίνεται μία αγελάδα, η οποία ομοιάζει με τη "Ντίνα" της εποχής εκείνης. Θυμάμαι, σαν να τις βλέπω, που, όταν τις φώναζες με τα ονόματά τους, γύριζαν και σε κοίταζαν με τα μεγάλα και καλοκάγαθα μάτια τους, στυλώνοντας ταυτόχρονα και τα αυτιά τους προς την κατεύθυνσή σου.

Τα ζώα αυτά τύχαιναν μεγάλου σεβασμού, εκτιμήσεως και αγάπης και έχαιραν ιδιαίτερης περιποιήσεως, γιατί, από αυτά, ήταν εξαρτημένη η επιβίωση όλης της οικογένειας1. Η "Ντίνα", όπως εξ άλλου και η "Θωμαή", ήταν έγκυος. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα, την «έπιασαν» οι ωδίνες (πόνοι) του τοκετού. Κατά τα μεσάνυχτα γέννησε. Από μέρες, οι γονείς μου, την παρακολουθούσαν, για να μπορέσουν να τη βοηθήσουν κατά την ώρα της γέννας. Κατά κακή, όμως, τύχη - και δεν θυμάμαι από ποια αιτία - μαζί με το μοσχάρι βγήκε, έξω, και ένα μέρος από τα σπλάχνα της αγελάδας!! (Οι γονείς μου απέδωσαν το συμβάν σε «μάτιασμα» (= βάσκαμα = βλάβη προκαλούμενη με την επήρεια του βλέμματος).

 

Καταχωρώ, εδώ, ένα χαρακτηριστικό περιστατικό: Κατά την ώρα των ωδίνων της "Ντίνας" διάβαινε, από το δρόμο που περνούσε (και  περνά) μπροστά από το πατρικό σπίτι, ο αείμηστος Νικόλαος Ευαγγέλου Παλαιορούτης, ο οποίος είχε κάποιες πρακτικές κτηνιατρικές γνώσεις και ο οποίος  - καίτοι αγαθός και καλοκάγαθος άνθρωπος - φημίζονταν, στο χωριό, για το "κακό του μάτι". (Ήταν διάχυτη η φήμη ότι, αν έβλεπε ένα ζώο και του άρεσε, το  "μάτιαζε" αμέσως και, το ζώο, ψοφούσε ή πάθαινε κάποιο μεγάλο κακό !). Ο μπάρμπα Νίκος ήταν καβάλα στο γάιδαρό του και κατέβηκε να δει τη "Ντίνα" - ύστερα από παράκληση της μητέρας μου - που ήταν ξαπλωμένη στο έδαφος πίσω στον αχυρώνα και είχε δυσκολίες στη γέννα. Λόγω της κακής, ως ανωτέρω, φήμης του μπάρμπα Νίκου οι γονείς μου του συνέστησαν να "φτύσει" την αγελάδα (Εθεωρείτο και θεωρείται ότι, το φτύσιμο, αποτρέπει το «μάτιασμα»). Είναι γνωστό το «φτου να μη σι ματγιάσου» ("φτού να μη σε ματιάσω"). Αυτός, όμως, δεν την έφτυσε, χολωθείς, προφανώς, για την υπόδειξη, και, αφού ανέβηκε καβάλα στο γάιδαρό του, συνέχισε το δρόμο του για τα χωράφια του, που ήταν κάτω από το "αυλάκι" (Τον υδραύλακα που φέρνει το νερό από το Γοργοπόταμο για το πότισμα των χωραφιών του χωριού μας, τα οποία, για το λόγο αυτό, ονομάζονται "ποτιστικά"). Όταν, όμως, περνούσε από αυτό το «αυλάκι», ο γάιδαρος, από παραπάτημα, τον έριξε μέσα στο νερό! Ο μπάρμπα Νίκος θεώρησε το συμβάν σαν θεία τιμωρία, επειδή δεν "έφτυσε" την αγελάδα και γύρισε αμέσως πίσω και, έτσι, όπως ήταν μούσκεμα, πήγε στη "Ντίνα" και την έφτυσε με ένα δυνατό "φτού" και έφυγε!

 

Λόγω της αναταραχής που προκλήθηκε από το ατυχές συμβάν της "Ντίνας", ξύπνησα και εγώ και πήγα στον αχυρώνα, για να δω τι συμβαίνει. Είδα την κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν η δυστυχισμένη η "Ντίνα", και την αγωνία και την απογοήτευση που ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των γονιών μου! Από τη συζήτηση που γίνονταν μεταξύ τους, κατάλαβα ότι, το πρόβλημα, ήταν πολύ σοβαρό και ότι, αυτοί, δεν μπορούσαν να παράσχουν καμία βοήθεια στη "Ντίνα". Σε μία στιγμή άκουσα τον πατέρα μου, να απευθύνεται στη   "Ντίνα", σαν να ήταν άνθρωπος και να τη ρωτά με θλιμμένη φωνή: «Γιατί Ντίνα μ’ τό’ κανις αυτό κι θ’ αφήεις τα πιδγιά μ’ νηστ’κά;» (Γιατί Ντίνα μου το έκανες αυτό και θα αφήσεις τα παιδιά μου νηστικά;). Εγώ, τότε, ήμουν 14 ετών περίπου. Φυσικό ήταν να μην έχω συνειδητοποιήσει το μέγεθος της γονικής στοργής και αγάπης και τη μεγάλη προσπάθεια και αγωνία των γονιών μου, για να ζήσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους τη χαλεπή, εκείνη, εποχή! Και όχι μόνο αυτό αλλά και δυσανασχετούσα, πολλές φορές, από τις παρεμβάσεις τους, όσον αφορά τη συμπεριφορά μου, γιατί θεωρούσα ότι, μ’ αυτές, περιορίζονταν η ελευθερία μου! Τα ανωτέρω λόγια του πατέρα μου και οι περιστάσεις υπό τις οποίες λέχθηκαν, με έκαμαν να βιώσω τόσο έντονα, για πρώτη φορά, μία πρωτόγνωρη πραγματικότητα και, παρά το μικρό της ηλικίας μου, με συγκλόνισαν κυριολεκτικά! Ακόμη και τώρα, όταν θυμάμαι τα λόγια αυτά, ανατριχιάζω και αισθάνομαι μία βαθιά συγκίνηση και ευγνωμοσύνη για τους γονείς μου! Ομολογώ ότι, από το περιστατικό αυτό και πέρα, άλλαξε και προσδιορίσθηκε, σε καινούργιες και στερεές βάσεις, η περαιτέρω στάση αγάπης, σεβασμού και στοργής προς τους γονείς μου2.

 

Αφού λοιπόν, οι γονείς μου, δεν είχαν τη δυνατότητα να παρέξουν καμία βοήθεια στην αγελάδα, δεν απέμεινε τίποτε άλλο, παρά να προσκληθεί, ο Κτηνίατρος, από τη Λαμία. Αλλά, στη Λαμία, ποιος θα πήγαινε; Ο πατέρας, ήταν προφανές, δεν ήταν επιτρεπτό να απομακρυνθεί από την αγελάδα. Η μητέρα μου, εκτός του ότι ήταν αναγκαίο να παραμείνει εκεί και να συμπαρίσταται στον πατέρα μου, ήταν αδιανόητο, γυναίκα αυτή, να πάει μόνη της στη Λαμία, αφού, μάλιστα, στέκονταν εκεί δίπλα και ένας άλλος "άντρας" της οικογένειας και τι "άντρας", 14 ετών! Ήταν, συνεπώς, αναπόφευκτο να με κοιτάξει ο πατέρας και να με ρωτήσει: «Θα πάς 'σύ πιδάκι ’ μ;» (Θα πας εσύ παιδάκι μου;).  Ο τόνος της φωνής του πατέρα ήταν παρακλητικός, μεν, αλλά - ταυτόχρονα - και επιτακτικός. Η αδήριτη πραγματικότητα, που ξετυλίγονταν μπροστά μου σε όλη της την τραγικότητα και την οποία την αντιλαμβανόμουν απολύτως, δεν μου άφηνε ούτε και το ελάχιστο περιθώριο για αρνητική απάντηση στην ερώτηση του πατέρα. Αν και πολύ θα το ήθελα να αρνηθώ, εν τούτοις, μόλις μου έρχονταν κάποια τέτοια πονηρή σκέψη, την απόδιωχνα αμέσως με βδελυγμία. Αλλιώς, λοιπόν, έπρεπε να αντιμετωπίσω και να ξεπεράσω το δύσκολο, αυτό, σκόπελο.

 

Εγώ, ο δυστυχής, δεν είχα, μέχρι τότε, απομακρυνθεί καμία φορά από το όριο ασφαλείας της γονικής προστασίας. Τώρα, ξαφνικά και τελείως αναπάντεχα, οι περιστάσεις με καλούσαν, επιτακτικά και χωρίς χρονοτριβή, να ξεπεράσω  - το  ανωτέρω όριο ασφαλείας - και να βρω τη δύναμη, να διασχίσω - με τα πόδια - νύχτα και ολομόναχος, ολόκληρη την κοιλάδα του Σπερχειού και να πάω στη Λαμία, για να ειδοποιήσω τον Κτηνίατρο! Δεν ήταν, δα, και μικρό το βάρος που έπεσε, απότομα, στους παιδικούς μου ώμους! Αλλά και στη Λαμία είχα πάει, μία – δύο φορές, με τον πατέρα, χωρίς να πολυκαταλαβαίνω και που πηγαίναμε μέσα στην πόλη. Που θα πήγαινα, εγώ, να βρω τον Κτηνίατρο; Αυτό μου προκαλούσε ένα επιπρόσθετο δέος. Όλα αυτά μου δημιουργούσαν έναν πολύ έντονο φόβο, που έβγαινε από τα μύχια της ψυχής μου. Συνειδητοποιούσα, όμως, ότι δεν έπρεπε να αφήσω, το φόβο αυτό, να με διαποτίσει και να με κατακυριεύσει, γιατί άλλη λύση δεν υπήρχε, ήταν αδιέξοδο, έπρεπε να ξεκινήσω, αμέσως, για τη Λαμία! Διαισθανόμουν ότι, η άρνησή μου να πάω στη Λαμία, θα ήταν τελείως εξευτελιστική για μένα, τόσο γιατί θα αποδεικνυόμουν ως ένας τελείως ανίκανος να αναλάβει τις υποχρεώσεις του και τις ευθύνες του και να ανταποκριθεί στο κάλεσμα και τις απαιτήσεις των περιστάσεων, όσο και γιατί θα αποκαλυπτόμουν ως ένας δειλός και τιποτένιος "άντρας"! Kοίταξα τον Πατέρα μου στα μάτια, που περίμενε την απάντησή μου με αγωνία, κοίταξα και τη Μάννα μου, που με κοίταζε παρακλητικά, πήρα μια βαθιά αναπνοή, όρθωσα το μικρό μου ανάστημα και είπα αποφασιστικά: "Θα πάου Πατέρα" (Θα πάω Πατέρα)!! Θυμάμαι την ανακούφιση και την περηφάνια που ζωγραφίστηκαν στα πρόσωπα των γονιών μου και που εκφράσθηκαν με τα λόγια του πατέρα «Μπράβου πιδί μ» (Μπράβο παιδί μου). Τα λόγια αυτά, του Πατέρα, λέχθηκαν με έναν ιδιαίτερα επιδοκιμαστικό τρόπο και λίγο ενισχυμένο στόμφο, για να με ενθαρρύνει και να μου τονώσει το ηθικό, γιατί, ο Πατέρας, αναμφίβολα, είχε αντιληφθεί τους δισταγμούς μου και από που προέρχονταν αυτοί και τον αγώνα που γίνονταν μέσα μου, για να κατασιγάσω το φόβο μου.

 

Την εποχή εκείνη, βέβαια, δεν υπήρχαν τρακτέρ, αγροτικά αυτοκίνητα και μηχανάκια. Αυτά τα πράγματα ούτε και με την πιο τρελή φαντασία μας δεν μπορούσαμε να τα διανοηθούμε! Είχαμε τα μουλάρια και μία φοράδα, αλλά, τα ζώα αυτά, ήταν μεγάλα για να τα οδηγήσω, εγώ, μέσα στη νύχτα, γιατί ήταν ενδεχόμενο, ένας αιφνίδιος θόρυβος από κάποιο αγρίμι, να τους προκαλέσει πανικό, να αφηνιάσουν και να πέσω κάτω από τη ράχη τους. Είχαμε και ένα γάιδαρο3, αλλά, το μέσο αυτό μεταφοράς, καίτοι ασφαλέστερο, ήταν πολύ βραδυκίνητο και, συνεπώς, ακατάλληλο για τα διαθέσιμα χρονικά περιθώρια. Δεν απέμενε, λοιπόν, παρά ένας και μοναδικός τρόπος μεταβάσεως, στη Λαμία, δηλαδή πεζοπορώντας και τρέχοντας. Αφού ο πατέρας με καθοδήγησε - για το πως θα βρω το σπίτι του Κτηνιάτρου - και αφού οπλίστηκα με όσο περισσότερο θάρρος μπορούσα, καθώς και με ένα μακρύ "ματσούκι" (ραβδί), για την ασφάλειά μου, ξεκίνησα αποφασιστικά - για τον πρώτο άθλο της ζωής μου - και χάθηκα μέσα στο σκοτάδι.

Το μονοπάτι, για τη Λαμία, φαίνεται, με λευκή διακεκομμένη γραμμή, στην ανωτέρω εικόνα4 και συγκεκριμένα: Άρχιζε από το Κωσταλέξι, έφτανε στην οδική γέφυρα του Σπερχειού, βορείως του χωριού (Τότε, ο δρόμος αυτός, δεν ήταν ασφαλτοστρωμένος), διέσχιζε, λοξά, όλη την κοιλάδα του Σπερχειού και έφθανε στο χωριό Καλύβια5. Περνούσε μέσα από το χωριό αυτό και, τελικά, συναντούσε το δημόσιο δρόμο προς το Καρπενήσι, στο ύψος των στρατώνων της Λαμίας. Αυτό το  μονοπάτι το περπατούσε, ήδη, ο μικρός μας "ήρωας" ξυπόλυτος, γιατί, τα παπούτσια του, τα είχε βγάλει και τα είχε κρεμάσει στον ώμο του. Θα τα φορούσε, για λόγους αξιοπρέπειας, όταν θα έμπαινε μέσα στη Λαμία!!! Δεν ήμουν, βέβαια "ήρωας", αλλά ένα φοβισμένο παιδί, που πάλευε μεταξύ πανικού και θάρρους! Τον πανικό τον δημιουργεί ο φόβος και αντιλαμβανόμουν ότι, το κλειδί της αυτοκυριαρχίας μου, ήταν να κατορθώσω να επιβληθώ επί του φόβου μου. Οι αισθήσεις μου ήταν τεταμένες στο έπακρο! Τα νεύρα μου τεντωμένα όσο δεν έπαιρνε άλλο! Η ακοή μου σε πλήρη εγρήγορση για να συλλάβει και τον παραμικρό θόρυβο! Τα χέρια μου, ιδρωμένα, έσφιγγαν με δύναμη το ραβδί, έτοιμα να αντιμετωπίσουν κάθε πραγματικό και, κυρίως, φανταστικό κίνδυνο, που θα "παραμόνευε" στο δρόμο μου! Που και που, κανένα αγρίμι, φοβισμένο πρώτο αυτό από την ανθρώπινη παρουσία, έτρεχε μέσα στις σιταροκαλαμιές και ακούγονταν ο χαρακτηριστικός θόρυβος, που προκαλούσε το ταχύ πέρασμά του μέσα σ’ αυτές. Τότε μου κόβονταν το αίμα και, φοβισμένος, κοντοστεκόμουν μέχρι που αντιλαμβανόμουν, με ανακούφιση, την απομάκρυνση του αγριμιού! Να όμως που - με το πέρασμα του χρόνου - και, κυρίως, από το γεγονός ότι δεν συνέβη τίποτε το επικίνδυνο - άρχισα να προσαρμόζομαι, σιγά - σιγά, στη νέα πραγματικότητα. Τούτο είχε σαν συνέπεια να αποβάλλεται, σταδιακά, ο φόβος μου και να ανακτώ την ψυχραιμία μου, με επακόλουθο να προχωρώ με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα. Βάδιζα, σχεδόν, τρέχοντας και ήμουν  καταϊδρωμένος και λαχανιασμένος. Και να, επί τέλους, έφθασα στα πρώτα σπίτια του χωριού Καλύβια! Αναθάρρησα ακόμη περισσότερο και το βάδισμά μου έγινε πιο σίγουρο και πιο σταθερό. Ήταν ακόμη νύχτα! Σε λίγο θα έμπαινα μέσα στο χωριό και, έτσι, μου έφυγε κάθε φόβος και ανησυχία. Από εδώ και πέρα τα πράγματα θα ήταν εύκολα. Τα δύσκολα πέρασαν!

 

Καθώς, όμως, διέσχιζα κάποιο δρόμο του χωριού, φαίνεται ότι, κάποιος σκύλος, ενοχλήθηκε φοβερά από την παρουσία του αναιδή παρείσακτου τέτοια ώρα και σε ξένο χωριό!!! Ίσως, μάλιστα, να του χάλασα και τον πρωινό γλυκό του ύπνο και, τούτο, να του προκάλεσε τρομερό εκνευρισμό!! Φαίνεται πως, για όλα αυτά, αποφάσισε να με τιμωρήσει παραδειγματικά!!!. Μου επιτίθεται, λοιπόν, με άγρια γαυγίσματα, δείχνοντάς μου - απειλητικότατα - και τα φοβερά του δόντια, για να με καταπτοήσει. Μαθημένος, όμως, εγώ - από τα σκυλιά του χωριού μας -  δεν δείλιασα και δεν έπεσα στην παγίδα του, δηλαδή να το βάλλω στα πόδια. Αντίθετα τον αντιμετώπισα  θαρραλέα και αποφασιστικά και με δυνατές κραυγές, "όξου - όξου" (όξω - όξω = κραυγή για να φοβηθεί, ο σκύλος και να υποχωρήσει), προτείνοντάς του, ταυτόχρονα, το μακρύ μου ραβδί σαν ασπίδα προστασίας, αλλά και σαν όπλο αντεπιθέσεως. Ο σκύλος, προφανώς, δεν περίμενε τέτοια σθεναρή αντίδραση και από ένα μικρό παιδί μάλιστα. Η θέα δε του ραβδιού μου, να κραδαίνεται απειλητικά εναντίον του, φαίνεται ότι είχε ακαριαία καταπραϋντική επίδραση επί του νευρικού του συστήματος, γεγονός που τον αιφνιδίασε. Έτσι, ο σκύλος, ξεθύμανε απότομα και σταμάτησε να μου επιτίθεται. Ευκαιρία βρήκα εγώ και του αντεπιτίθεμαι, κυνηγώντας τον, για να τον εξουδετερώσω πλήρως.

Αυτά έγιναν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα!! Κατά κακή μου, όμως, τύχη - το άγριο γαύγισμα  του σκύλου - συνήγειρε και όλους τους άλλους ομοίους του των γύρω σπιτιών (και τότε όλα τα σπίτια είχαν σκυλιά). Ξαφνικά, λοιπόν, παρουσιάζονται καμιά δεκαριά εξαγριωμένοι σκύλοι, να μου επιτίθενται ομαδικά και από όλες τις κατευθύνσεις! Εγώ,  από νικητής και τροπαιούχος, περιέπεσα - απότομα - ύστερα από την απροσδόκητη επιθετική επιστροφή του εχθρού ενισχυμένου, μάλιστα, με ισχυρότατες......εφεδρείες, στην έσχατη άμυνα! Βρέθηκα σε πολύ δύσκολη και επικίνδυνη κατάσταση! Αντιλαμβανόμουν ότι, αν τα σκυλιά διαισθάνονταν δειλία και πολύ περισσότερο αν το έβαζα στα πόδια, θα με καταξέσχιζαν! Θυμάμαι, λοιπόν, ότι με άγριες φωνές, "όξου - όξου", κραδαίνοντας το ραβδί και χτυπώντας το δυνατά στο έδαφος και περιστρεφόμενος, κυκλικά, για να αντιμετωπίσω, τους επιτιθέμενους εχθρούς από όλες τις κατευθύνσεις, έδινα, εκείνη τη στιγμή, αγώνα ζωής και θανάτου!! Ευτυχώς που, την κρίσιμη εκείνη στιγμή, οι σκύλοι συνειδητοποίησαν, ότι, ο αιφνιδιασμός τους, δεν πέτυχε και ότι, το υποψήφιο θύμα, δεν ήταν εύκολη λεία, αντίθετα, μάλιστα, ήταν και σκληρό καρύδι!! Με τη σθεναρή μου στάση δείλιασαν, κοντοστάθηκαν και, τελικά, αναχαιτίσθηκαν! Εγώ, όμως , συνέχισα να φωνάζω και να χτυπώ το ραβδί μου στο έδαφος κατά τον ίδιο τρόπο, για να μην τους αφήσω περιθώρια για ανασύνταξη και νέα αντεπίθεση! Και ξαφνικά, οι σκύλοι, βλέποντας το μάταιο της προσπάθειάς τους, αναστράφηκαν. Φεύγοντας γάβγισαν μερικές φορές ακόμη, προφανώς για την τιμή των όπλων, και εξαφανίσθηκαν! Εκεί, στη μέση εκείνου του δρόμου, έμεινα ακίνητος για λίγο, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω ότι νίκησα τους σκύλους και ότι γλίτωσα , "παρά τρίχα", από τον έσχατο των κινδύνων! Πήρα μερικές βαθιές αναπνοές - για να ηρεμήσω - και, με τις αισθήσεις μου σε πλήρη εγρήγορση και πάλι, συνέχισα το δρόμο μου προς τη Λαμία χωρίς, ευτυχώς, άλλα κακά συναπαντήματα.

Στη Λαμία έφθασα όταν, πλέον, άρχιζε να φωτίζει για τα καλά. Βρήκα εύκολα τα σπίτι του κτηνιάτρου. Ο πατέρας μου, μάλιστα, με είχε συμβουλεύσει, να διαβάσω το όνομά του στη μικρή ταμπελίτσα, που ήταν στερεωμένη έξω από την πόρτα και να χτυπήσω το σιδερένιο «χέρι» (ρόπτρο), που ήταν κρεμασμένο, επίσης, έξω απ’ αυτή (Εγώ πρώτη φορά έβλεπα και χτύπαγα τέτοιο σιδερένιο «χέρι»!). Ο κτηνίατρος βγήκε αγουροξυπνημένος με τις πιτζάμες (Πρώτη φορά έβλεπα και πιτζάμες) και με ρώτησε με καταδεκτικότητα: "Τι θέλεις παιδί μου;". Του είπα το και το και ότι, ο πατέρας μου, τον παρακαλεί, να έλθει στο χωριό, για να κοιτάξει την αγελάδα. "Εντάξει" μου λέει με την ίδια προσήνεια, "πήγαινε και θα έλθω". Τα κατάφερα, σκέφθηκα, και πήρα το δρόμο του γυρισμού ανάλαφρος, ικανοποιημένος και χαμογελαστός. Πέρασα και πάλι από τα Καλύβια, αλλά - οι σκύλοι - δεν μου επιτέθηκαν και πάλι, τόσο γιατί, αυτοί, δεν κάνουν - συνήθως - τέτοιες ομαδικές επιθέσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας, όσο και γιατί, όταν με είδαν, θα θυμήθηκαν το ρεζίλεμα που τους έκαμα τη νύχτα και δεν θα το ρίσκαραν, για να μην το ξαναπάθουν!

 

Τόσο πολύ έτρεχα, στο γυρισμό, ώστε έφθασα, στο χωριό, πριν έλθει ο κτηνίατρος, ο οποίος θα έρχονταν με αυτοκίνητο!! Ο Πατέρας μου με τη Μητέρα μου με περίμεναν με αγωνία και λαχτάρα! Τους είπα τα καθέκαστα εισέπραξα και τα  θερμά επαινετικά λόγια των γονιών μου, αλλά, αφού ο Κτηνίατρος δεν είχε έλθει ακόμη, ο θρίαμβός μου δεν είχε ολοκληρωθεί. Μετά από λίγο, όμως, ένα "φορτάκι" (Ταξί της εποχής κατασκευής της εταιρείας Ford, σαν αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία) φάνηκε να ανηφορίζει από τη γέφυρα κατά το χωριό. Ήταν ο Κτηνίατρος!!! Τι ικανοποίηση και ανακούφιση θεέ μου! Οι κόποι μου, οι φόβοι μου, ο κίνδυνος που πέρασα και οι αγωνίες μου δεν πήγαν χαμένα. Η αποστολή μου ολοκληρώθηκε!. Ο Κτηνίατρος,περιποιήθηκε, κατάλληλα, την αγελάδα και σε λίγη ώρα, η "Ντίνα", σηκώθηκε και άρχισε να φροντίζει, με στοργή, το μοσχαράκι της που, παρά λίγο, αυτό μεν να μείνει ορφανό, εμείς δε, τα παιδιά, να μείνουμε "νηστ’κά" (νηστικά).

Ποιος με έπιανε εμένα, τώρα, από τη χαρά μου και την υπερηφάνειά μου! Αισθανόμουν, πλέον, σαν πραγματικός ήρωας και μου φαίνονταν ότι όλοι, στο χωριό, με κοίταζαν με θαυμασμό και με καμάρωναν και ας μην ήξεραν, οι άνθρωποι, τι είχε συμβεί! Είχα περάσει μια δραματική νύχτα στη διάρκεια της οποίας ένιωσα όλη την κλίμακα των συναισθημάτων, από το φόβο και το χείλος του πανικού, μέχρι την ανυπέρβλητη χαρά και υπερηφάνεια! Πέρασα μια συγκλονιστική νύχτα γεμάτη έντονη πρόκληση και δραστηριότητα, αλλά και αξιοθαύμαστη αντοχή και προσαρμοστικότητα, στοιχεία τα οποία με βοήθησαν, να αντιμετωπίσω και να ξεπεράσω τα προβλήματα που μου έτυχαν. Πέρασα μία περιπέτεια, που, όσο δραματικά και αν εξελίχθηκε και όσο και αν ξεπερνούσε την παιδική μου φαντασία, στο τέλος με αντάμειψε τόσο, που ένιωθα μία γλυκιά και μεθυστική ικανοποίηση!

 

Είναι γεγονός ότι , το ανωτέρω περιστατικό, με βοήθησε αφάνταστα σε όλη μου τη ζωή, γιατί το είχα σαν σημείο αναφοράς, σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα από το οποίο αντλούσα θάρρος, τόλμη και δύναμη, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που μου τύχαιναν. Με άλλα λόγια, αυτό το περιστατικό, με "μεγάλωσε" πολύ γρήγορα, πρόωρα. Από την άποψη αυτή δεν θα ήταν υπερβολή να πω, ότι ευγνωμονώ, τον Πατέρα μου και τη Μητέρα μου, που μου ανέθεσαν την ανωτέρω αποστολή και το Θεό που με βοήθησε, να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες που παρουσιάσθηκαν και να τη φέρω σε αίσιο πέρας.

 

Ο, τότε, "Μικρός ήρωας" και, τώρα, 83 ετών, Πανταζής Παναγιώτης, Αντιστράτηγος ε.α.

 

Designed and maintained by 4Point