Ο γέρο Σεμς Πάλλας και η καμπάνα του Άι Θανάση

«Σέμς Πάλλας» ήταν το παρατσούκλι του αείμνηστου Σπύρου Πλαιορούτη του Βασιλείου, τον οποίο τον έλεγαν και «Παλιουρ’τουσπύρου» (Παλαιορουτοσπύρο).

 

Τώρα θα μου πείτε τι σχέση μπορεί να έχει το «Σέμς Πάλας» με τον μπαρμπα Σπύρο και την καμπάνα του χωριού μας!!!. Έχει και παραέχει και να ποια είναι:

 

Ο Σπύρος Παλαιορούτης είχε μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με άλλους Κωσταλεξιώτες μετανάστες. Όταν οι μετανάστες, από όλες τις χώρες, έφθαναν με το πλοίο στο λιμάνι της Νέας Υόρκης τους επιβίβαζαν, σε βάρκες της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και τους μετέφεραν σε ένα μικρό νησάκι, που ήταν εκεί κοντά που το έλεγαν «Ellis Island». Εκεί τους έβαζαν μέσα σε ένα μεγάλο κτίριο, που ήταν το κέντρο υποδοχής των μεταναστών, όπου τους περνούσαν από υγειονομικό έλεγχο και τους κατέγραφαν στα βιβλία τους, ανάλογα με τα στοιχεία που αναφέρονταν στα μεταναστευτικά έγγραφα του καθ’ ενός. Το πρώτο που έβλεπαν, μπαίνοντας  στο Λιμάνι της Νέα Υόρκης, ήταν το άγαλμα της Ελευθερίας.

Οι υπάλληλοι που ήταν εκεί, δεν γνώριζαν Ελληνικά και, όταν ρώτησαν τον μπάρμπα Σπύρο, να τους πει το επώνυμό του και τους είπε το μακρόσυρτο «Παλαιορούτης», άντε να το καταλάβουν αυτοί. Αποφάσισαν, λοιπόν, να περικόψουν και να τροποποιήσουν το ονοματεπώνυμό του και το μεν Σπύρος το έκαμαν «Σεμς», το δε Παλαιορούτης «Πάλλας». Αυτό το «Σεμς» το έφεραν, στο χωριό, οι Κωσταλεξιώτες μετανάστες, όταν γύρισαν από την Αμερική, και έτσι, ο μπάρμπα Σπύρος, έμεινε με το παρατσούκλι «ου γιρου Σεμς» και με αυτό τον προσφωνούσαν όλοι.

 

Ο γερο Σέμς εργάζονταν, στην Αμερική, στην κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών.

 

Αμέσως μετά τη γερμανική κατοχή, δεν θυμάμαι πιο έτος ακριβώς, αποφάσισαν - οι χωριανοί - να αντικαταστήσουν  τα ξύλινα δοκάρια, στα οποία ήταν κρεμασμένη η καμπάνα της εκκλησίας - στο δυτικό τοίχο της - με σιδερένια δοκάρια. Τότε, βέβαια, δεν υπήρχε ο σημερινός πρόναος. Για να το πετύχουν αυτό, θα έκοβαν - σε δύο κομμάτια - μία σιδηροτροχιά, την οποία είχαν μεταφέρει, με το κάρο,  από το σταθμό του Λειανοκλαδιού.

 

Τα κομμάτια αυτά θα τα έμπηγαν ψηλά στο δυτικό τοίχο και, με κάποιον τρόπο, θα κρεμούσαν - από αυτά - την καμπάνα. Η σιδηροτροχιά ήταν πεταμένη εκεί δίπλα στο έδαφος και περίμενε, από πολύ καιρό, να τη χρησιμοποιήσουν.

 

Η απόφαση να κόψουν τη σιδηροτροχιά, ήταν πολύ καλή, αλλά με ποια μέσα θα το πετύχαιναν αυτό. Τα εργαλεία που είχαν ήταν, όλα κι όλα,  ένα κοπίδι,  μία μακριά σιδερένια τσιμπίδα και μία βαριά.

 

Την ημέρα που θα έκοβαν τη σιδηροτροχιά, συγκεντρώθηκαν πάρα πολλοί άνδρες στη θέση της «Κωσταλεξιώτικης Βουλής» (στη θέση που είναι, σήμερα, ο πρόναος) και άρχισε η ανταλλαγή απόψεων, για τον τρόπο με τον οποίο θα έκοβαν τη σιδηροτροχιά. Άλλος έλεγε το κοντό του και άλλος το μακρύ του και λύση δεν έβρισκαν. Τούτο γίνονταν, διότι έβλεπαν ότι - με τα μέσα που διέθεταν - η κοπή θα ήταν πολύ δύσκολη. Κατά πως έλεγαν, όμως, οι πιο «γνωστικοί» ένας και μοναδικός τρόπος υπήρχε και τούτος υπαγορεύονταν από τα μέσα που διάθεταν και δεν ήταν άλλος από το να κόψουν τη σιδηροτροχιά με το κοπίδι, χτυπώντας το με τη βαριά. Κατά τη γνώμη των τελευταίων ένα και ένα κάνει δύο και οι πολλές κουβέντας ήταν φτώχεια.

 

Ο γερο Σέμς ήταν και αυτός μέλος της ομήγυρης και, βέβαια, είχε γνώση του πως κόβονται οι σιδηροτροχιές, αφού, στην Αμερική, αυτή ήταν η δουλειά του. Άκουγε τις «κοτσάνες»   που έλεγαν οι συγχωριανοί του και έβραζε μέσα του και πήγαινε να σκάσει από το κακό του. Σε κάποια στιγμή δεν άντεξε και σηκώνεται επάνω και τους λέει «ρε πιδγιά ’μείς στ’ν Αμιρ'κή...» (ρε παιδιά εμείς στην Αμερική…..). Δεν πρόλαβε όμως να αρχίσει, ο καψερός,  και τον αποπήραν αμέσως. Το πρόβλημα, εδώ, δεν ήταν αμερικάνικο, αλλά Κωσταλεξιώτικο και θα το έλυναν μόνοι τους και χωρίς …ξένες επεμβάσεις!

 

Ο γερο Σεμς κάθισε παράμερα, πικραμένος, για τον άσχημο τρόπο με τον οποίο του φέρθηκαν οι χωριανοί και κοιτούσε τι έκαναν οι άλλοι. Στο πρόσωπό του, όμως, διαγράφονταν ένα αχνό και πονηρό χαμόγελο, σαν να ήταν σίγουρος, πως κάτι θα συμβεί και ότι, αυτό το κάτι, το γνώριζε εκ των προτέρων…..

 

Αλλά ας δούμε τι έκαναν οι άλλοι. «Άντι ρε να τ’ γκόψουμι» (άντε ρε να την κόψουμε) λέει ένας και αρπάζει το κοπίδι, το σφίγγει δυνατά με την τσιμπίδα και το ακουμπά, σταθερά, επάνω στη μέση της σιδηροτροχιάς. Αυτός ήταν ο Ευθύμιος (Θύμνιος) Αναγνωστόπουλος του Παναγιώτη.

Ο Λιάς (Ηλίας) ο Καρμάλης, που ήταν και χειροδύναμος, χούφτωσε τη βαριά και άρχισε να κοπανάει το κοπίδι επάνω στη σιδηροτροχιά. Γκούπ και γκούπ κοπανούσε τη βαριά ο μπάρμπα Λιάς, αλλά, όσο περνούσε η ώρα, όλο και κοντανάσαινε περισσότερο και, στο τέλος, απόστασε  και σταμάτησε.

 

Του μπάρμπα Θύμνιου, που κράταγε το κοπίδι με την τσιμπίδα, «ξεράθηκαν» τα χέρια του από το πολύ τράνταγμα μετά από κάθε βαρεσιά της βαριάς επάνω στο κοπίδι. Τώρα δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο την τσιμπίδα. Όσο για το κοπίδι, από το κοφτερό του μέρος, στόμωσε   τελείως και από το άλλο, όπου το χτυπούσε η βαριά, άρχισε να διαλύεται και δεν άντεχε σε άλλα κτυπήματα. Και το αποτέλεσμα από την όλη προσπάθεια; Μηδέν. Η σιδηροτροχιά αντιστέκονταν πεισματικά και αποτελεσματικά. Δεν μπόρεσαν να τη νικήσουν. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να κάμουν μία αβαθή χαραματιά γύρω – γύρω από αυτή και τίποτα περισσότερο. Και εδώ σήκωσαν τα χέρια ψηλά. Σταμάτησαν.

 

Τώρα τι κάνουμε; Όλοι είχαν κατεβασμένα τα αυτιά τους και είχαν βάλλει την ουρά τους κάτω από τα σκέλια, σαν δαρμένα σκυλιά. Τώρα πάει και ο εγωισμός, που τους έκανε να συμπεριφερθούν αλαζονικά στον γερο Σεμς και δεν τους άφησε να τον ακούσουν, τι ήθελε να τους πει. Τώρα όλοι τον λοξοκοίταζαν χαζοχαμογελώντας, σαν να αναγνώριζαν την ήττα τους και την κακή συμπεριφορά τους απέναντί του. Κάποιος μάλιστα, παραμερίζοντας τη ντροπή, πήρε το θάρρος και τον ρώτησε «μπάρμπα Σπύρου κατ’ ήθιλις να μας πεις για ’κει στ’ν Αμιρ'κή» (μπάρμπα Σπύρο κάτι ήθελες να μας πεις για εκεί στην Αμερική).

 

Ο γέρο Σεμς, όλη την ώρα που οι άλλοι κοπανούσαν τη σιδηροτροχιά, δεν έβγαλε κουβέντα από το στόμα του. Φούσκωνε και ξεφούσκωνε με τα καμώματά τους, αλλά υπέμενε καρτερικά. Όπως είπαμε περίμενε και, αυτό που περίμενε, νάτο που ήλθε. Τώρα ήλθε η δική του σειρά και άδραξε  την ευκαιρία και όχι για τίποτες άλλο, αλλά για να δείξει την αξία του βρε αδερφέ και, γιατί όχι, και να τους ταπεινώσει. Χωρίς να αποκριθεί, σηκώνεται απότομα επάνω και, σε ύφος επιτακτικό και αυστηρό - που δεν σήκωνε αντιρρήσεις - έδωσε την πρώτη του διαταγή «φέρ’τι ’δώ ’κείνη τ’ γκουτρώνα» (φέρετε εδώ εκείνη την κοτρώνα). Κοτρώνα ήταν μία μεγάλη πέτρα, που καθόταν εκεί παραδίπλα και χάζευε  αδιάφορη, για τα τεκταινόμενα, όλη την ώρα. Τρέξανε, δύο – τρεις, με μεγάλη προθυμία και κύλησαν την κοτρώνα, στο σημείο που τους υπέδειξε ο μπάρμπα Σπύρος. Αμέσως μετά, ο μπάρμπα Σπύρος, δίνει τη δεύτερη διαταγή και προστάζει «σηκώσ’τι ψηλά τ’ σιδηρ'τρουχιά κι φέρ’τι, τ’ χαραματγιά π’ κάνατι, ’πάν’ απ’ τ’ γκουτρώνα» (σηκώστε ψηλά τη σιδηροτροχιά και φέρετε, τη χαραματιά που κάνατε, επάνω από την κοτρώνα). Τρέχουν καμιά δεκαριά και τη σήκωσαν, ζυγιάζοντας τη χαραματιά να είναι επάνω από την κοτρώνα, σύμφωνα με την καθοδήγηση του γέρο Σεμς.

Ο γερο Σεμς βρίσκονταν τώρα σε μεγάλη έξαψη. Πρόσεχε και την παραμικρή λεπτομέρεια, γιατί καταλάβαινε, ότι, από την έκβαση της παρεμβάσεώς του, εξαρτιόταν το γόητρό του, το οποίο ή θα ανάβαινε ψηλά ή θα καταρρακώνονταν και θα γίνονταν αντικείμενο χλεύης. Γεγονός πάντως είναι ότι, όλοι όσοι συμμετείχαν στην προσπάθεια, ήταν έτοιμοι να εκτελέσουν τις διαταγές του μπάρμπα Σπύρου με μεγάλη προθυμία και ακρίβεια. Όλοι οι απ’ έξω, αυτοί που δεν συμμετείχαν στην προσπάθεια, παρακολουθούσαν με κορυφωμένο ενδιαφέρον, για να δουν το αποτέλεσμα. Αφού, ο μπάρμπα Σπύρος, έκαμε μία τελευταία επιθεώρηση και διαπίστωσε ότι όλα έχουν καλώς, έδωσε την τελευταία και πιο αποφασιστική διαταγή. «Μι τόνα, δγιό, τρία π’ θα σας που, ν’ αφίσιτι τ’ σιδηρ'τρουχιά να πέσει ’πάν’ στ’ γκουτρώνα» (με το ένα, δύο, τρία που θα σας πω, να αφήσετε τη σιδηροτροχιά, να πέσει επάνω στην κοτρώνα). Και όντως, με το τρία που ακούστηκε, άφησαν τη σιδηροτροχιά να πέσει και ακούστηκε ένα γκούπ από το χτύπο της επάνω στην κοτρώνα. Και, «ώ του θαύματος», η σιδηροτροχιά κόπηκε στη μέση σαν πράσο.

 

Έμειναν όλοι με το στόμα ανοικτό. Δεν περίμεναν κάτι τέτοιο και αιφνιδιάστηκαν. Αφού, όμως, πέρασε η πρώτη εντύπωση, σηκώθηκαν, αυθόρμητα, όλοι όρθιοι, και χειροκρότησαν, ένθερμα, το μπάρμπα Σπύρο αναγνωρίζοντάς του, με τον τρόπο αυτό, την επιτυχία του.

 

Ο γερο Σεμς τους κοίταξε όλους, γύρω – γύρω, με μία κοφτερή ματιά και τους είπε, επιτιμητικά και σαν να ήθελε να αποτελειώσει, εκείνο που άρχισε να πει από την αρχή και δεν του το επέτρεψαν, «έτσι κόβαμι ’μείς, ρε,  τ’ς σιδηρ'τρουχιές στ’ν Αμιρ'κή» (έτσι κόβαμε εμείς, ρε, τις σιδηροτροχιές στην Αμερική).

 

Κανένας δεν χόλιασε  με αυτά που τους βρόντηξε, κατάμουτρα, ο μπάρμπα Σπύρος. Αντίθετα ξεκαρδίστηκαν στα γέλια, αφού το πράγμα είχε πάρει, πλέον, την εύθυμη χροιά του. Και αφού είπε αυτά έφυγε, επιδεικτικά, για το σπίτι του, όπου, η γερο Σπύραινα, θα είχε έτοιμο το φαγητό για να φάνε, αλλά θα είχε και την ευκαιρία να της διηγηθεί όλα τα καθέκαστα.

 

Τώρα μη με ρωτήσετε, που τα ήξερα εγώ τα παραπάνω και τα έγραψα, γιατί θα σας απαντήσω ότι ήμουν - και εγώ - παρόν εκεί και τα είδα όλα με τα μάτια μου και τα άκουσα με τα αυτιά μου.

 

Αυτά τα δύο κομμάτια της σιδηροτροχιάς τα έμπηξαν ψηλά στον τοίχο της Εκκλησίας και κρέμασαν την καμπάνα. Αυτήν την καμπάνα χτυπούσαν τα μικρά παιδιά τις Κυριακές, τις γιορτές, στις κηδείες και όταν έρχονταν ο Δάσκαλος, ο Θεόδωρος Σουγιάς, από τις Κομποτάδες, για να μας κάνει μάθημα και να μας μάθει γράμματα.

 

Η καμπάνα έμεινε κρεμασμένη, εκεί, μέχρι το 1964, οπότε κατασκευάσθηκε το καμπαναριό.

 

Στις παρακάτω φωτογραφίες φαίνεται η εκκλησία όπως ήταν πριν από το 1964 και ανακαινισμένη με το νέο καμπαναριό.

 

Designed and maintained by 4Point