Η μάχη του Σπερχειού

Κατάλογος Βιβλίων

Υποσημειώσεις

Υποσημείωση 1

Το 680 μ.Χ. , Ο Αυτοκράτορας, πέρασε, με πολύ στρατό, το Δούναβη και προσπάθησε να παρασύρει τους Βουλγάρους, να δώσουν μάχη. Οι Βούλγαροι, όμως, το απέφευγαν αυτό και παρέμεναν κρυμμένοι στα κρησφύγετά τους, που ήταν μέσα στα βαλτοτόπια του Δούναβη. Το γεγονός αυτό είχε σαν συνέπεια τη μείωση του ηθικού του Βυζαντινού Στρατού, διότι κυνηγούσαν, μέσα στους βάλτους, έναν εχθρό, χωρίς να μπορούν να τον αντικρίσουν και, ο οποίος, είχε τη δυνατότητα να τους επιτεθεί, όπου και όποτε ήθελε. Επάνω στο κρίσιμο αυτό σημείο αρρώστησε ο Αυτοκράτορας και μετέβη στη Μεσημβρία. Διαδόθηκε όμως η φήμη ότι, ο Αυτοκράτορας, δείλιασε και γι’ αυτό έφυγε προς τα οπίσω. Τότε, ο Στρατός, νόμισε ότι εγκαταλείφθηκε από τον Αυτοκράτορα και άρχισε να υποχωρεί. Στην αρχή η υποχώρηση εξελίσσονταν κανονικά, σε λίγο, όμως, μετατράπηκε σε άτακτη φυγή, χωρίς οι Βούλγαροι να το έχουν αντιληφθεί. Όταν κατάλαβαν περί τίνος πρόκειται, επέπεσαν εναντίον του Βυζαντινού Στρατού και, κυνηγώντας τον, διάβηκαν το Δούναβη και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή γύρω από τη Βάρνα.

 

Υποσημείωση 2

Το «πραξικοπηματικά» δικαιολογείται από το γεγονός ότι, η Βουλγαρία - την εποχή εκείνη - ήταν ενσωματωμένη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος αυτής.

 

Υποσημείωση 3

Ο Σαμουήλ πέθανε το 1014 από αποπληξία. Τούτο έγινε μετά από δύο ημέρες, απ’ όταν είδε τους 15.000 τυφλούς στρατιώτες, που του έστειλε ο Βασίλειος μετά τη μάχη του Κλειδίου.

 

Υποσημείωση 4

Τα γεγονότα της «Μάχης του Σπερχειού» έχουν γραφεί από τον βυζαντινό χρονογράφο Ιωάννη Σκυλίτζη, η χρονογραφία του οποίου περιλαμβάνει τα γεγονότα από το 811 έως το 1079 μ. Χ. Από αυτόν τα έχουν πάρει οι λοιποί ιστορικοί.

 

Υποσημείωση 5

Το 994 αιγυπτιακά στρατεύματα πολιορκούσαν το Χαλέπι, το οποίο ήταν βυζαντινό προτεκτοράτο. Ο Εμίρης του Χαλεπίου ζήτησε τη βοήθεια του Αυτοκράτορα. Προ του ενδεχομένου να κινδυνεύσει η Αντιόχεια, μετά την πτώση του Χαλεπίου, αποφάσισε, ο Βασίλειος, να σπεύσει σε βοήθεια. Κατόπιν τούτου διέκοψε τις επιχειρήσεις κατά των Βουλγάρων και τοποθέτησε, στη Θεσσαλονίκη, τον Μάγιστρο Γρηγόριο Ταρωνίτη, Στρατηγό του Θέματος της Θεσσαλονίκης, με ισχυρές δυνάμεις, δια να δύναται να αποκρούσει τις βουλγαρικές επιδρομές. Μετά ταύτα επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί, αμέσως, ξεκίνησε για τη Συρία. Με ταχύτατη πορεία διέσχισε την αυτοκρατορία, από τη δύση μέχρι την ανατολή, εντός 26 ημερών  και, στα τέλη του Απριλίου του 995, παρουσιάσθηκε, αιφνιδιαστικά, στην περιοχή του Χαλεπίου. Οι πολιορκητές, κατάπληκτοι από την εμφάνιση των Βυζαντινών στρατευμάτων, έλυσαν αμέσως την πολιορκία. Εντός έξι μηνών είχε διευθετηθεί η κατάσταση στα ανατολικά σύνορα. Το φθινόπωρο του 995 αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη και την 1η Ιανουαρίου του 996 τον βρίσκουμε να έχει επιστρέψει σ’ αυτή.

 

Υποσημείωση 6

Δεν αναφέρεται, στις ιστορικές πηγές, η ακριβής ημερομηνία επιθέσεως κατά της Θεσσαλονίκης. Ο χρόνος της επιθέσεως αναφέρεται, σ’ αυτές, ως εξής: «Κατά τη διάρκεια της εις Βασιλεύουσαν παραμονής του Βασιλείου…..». Άρα, η επίθεση του Σαμουήλ, άρχισε μετά την 1ην Ιανουαρίου του 996, ημερομηνία κατά την οποία, ο Αυτοκράτορας, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την επίθεση αυτή φονεύθηκε ο Ταρωνίτης και συνελήφθη αιχμάλωτος ο γιος του Ασώτιος.

 

Υποσημείωση 7

Μάγιστρος ήταν αξίωμα απονεμόμενο από τους Βυζαντινούς. Αρχικά απονέμονταν σε στρατιωτικούς, ενώ, βραδύτερα, σε αυλικούς και ανωτάτους πολιτικούς υπαλλήλους. Το αξίωμα το απένειμε ο ίδιος ο Αυτοκράτορας σε ειδική τελετή.

 

Υποσημείωση 8

Αυτό σημαίνει ότι, ο Σαμουήλ, έφθασε πρώτος στην κοιλάδα του Σπερχειού.

 

Υποσημείωση 9

Γράφω «κατακλύζονταν», διότι, με τα τελευταία αντιπλημμυρικά έργα (Εκβάθυνση της κοίτης του Σπερχειού, κατασκευή της διώρυγας κατά μήκος της κοιλάδας του και διοχέτευση, μέσα σ’ αυτή, των νερών του Μπικιορέμματος), έχει αλλοιωθεί σημαντικά η ανωτέρω διαδικασία.

 

Υποσημείωση 10

Η φωτογραφία έχει ληφθεί από το βιβλίο «ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΑΤΛΑΣ» του Κωνσταντίνου Κοντορλή/1967.

 

Υποσημείωση 11

Για το ίδιο θέμα, ο Βορτσέλας, γράφει, στο βιβλίο του «Φθιώτις» του 1907, ότι ο ποταμός: «...εισέβαλεν,  επί των Περσικών πολέμων, εις τον Μαλιακόν κόλπον, όστις, τότε, εισεχώρει μέχρι του χωρίου Κόμμα και ολίγον έτι δυτικώτερον αυτού...». Στα συμπεράσματα αυτά, κατά το Βορτσέλα, κατέληξε ο Άγγλος περιηγητής Ληκ, ο οποίος στηρίχθηκε σε περιγραφή της κοιλάδας του Σπερχειού από τον Ηρόδοτο. Έκαμε μάλιστα, ο Ληκ, επιτόπια μελέτη της περιοχής. Με το «ολίγον έτι δυτικώτερον» από το Κόμμα, το οποίο αναφέρει ανωτέρω ο Βορτσέλας, φθάνουμε, λίγο - πολύ, στην αρχαία παραλία του Σπερχειού, όπως φαίνεται στη φωτογραφία.

 

Υποσημείωση 12

Για το θέμα αυτό, ο Βορτσέλας, γράφει: «Κατά ταύτα η παραλία του Μαλιακού Κόλπου, από των Περσικών Πολέμων μέχρι τούδε, μετετοπίσθη έξ χιλιόμετρα και πλέον προς ανατολάς». Τούτο συμφωνεί με τους δικούς μας υπολογισμούς.

 

Υποσημείωση 13

Φάλαρα: Αρχαία παράλια πόλη. Η θέση της ήταν, ενδεχομένως, στη θέση του σημερινού χωριού Αυλάκι. Άλλοι την ταυτίζουν με τη θέση της σημερινής Στυλίδας, εκ του οποίου προέκυψε και η ονομασία του σημερινού Δήμου Φλάρων, με πρωτεύουσα τη Στυλίδα. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι δεν αναφέρεται η Λαμία. Φάλαρα, στην αρχαιότητα, έλεγαν τα μεταλλικά κοσμήματα, τα οποία τοποθετούσαν στην περικεφαλαία. Σήμερα, με τη λέξη αυτή, εννοούμε τα κοσμήματα που τοποθετούνται στην προμετωπίδα των αλόγων ή του χαλινού.

 

Υποσημείωση 14

Το ίδιο δρομολόγιο ακολούθησε ο Σαμουήλ και κατά την αντίστροφη έννοια, όταν κατέβαινε προς Αθήνα και Πελοπόννησο.

Είναι αυτονόητο ότι, τότε, για να μεταβεί κάποιος από τη Θεσσαλία στη Βοιωτία, έπρεπε να περάσει, υποχρεωτικά, δια μέσου των Στενών των Θερμοπυλών και εκείθεν Σκάρφεια, Αταλάντη (Λοκρίδα) κλπ. Να τι γράφει και το λεξικό «ΗΛΙΟΣ», στη λέξη «Θερμοπύλαι» για το ανωτέρω δρομολόγιο: «Κατά την αρχαιότητα και μετ’ αυτήν, επί αιώνας μακρούς, αι Θερμοπύλαι ήσαν η μόνη βατή δίοδος εκείνης, η οποία έφερεν εκ της Φθιώτιδος εις την Λοκρίδα και, γενικώτερον, από της Στεραιάς εις την Θεσσαλίαν».

 

Ο Νικηφόρος Ουρανός, κατερχόμενος προς την κοιλάδα του Σπερχειού, χρησιμοποίησε το δρομολόγιο Λάρισσα – Φάρσαλα – Θαυμακός (Δομοκός) – Ζητούνι. Τούτο το έπραξε, βεβαίως, διότι εκτίμησε ότι, επί του δρομολογίου αυτού, θα ήταν δυνατό να συναντήσει, επιστρέφοντα, το Σαμουήλ.

 

Τέλος όταν, το φθινόπωρο του 1018, ο Αυτοκράτορας Βασίλειος έφθασε στο Ζητούνι, επισκεπτόμενος τα διάφορα πεδία των μαχών, κατεπλάγην από τη θέα των σωρών των, λευκανθέντων από το χρόνο, οστών των Βουλγάρων στρατιωτών, που έπεσαν κατά τη μάχη του Σπερχειού, εθαύμασε, όμως, και το υπερμέγεθες τείχος, το οποίο, ο Αρμένιος Ρουπένιος, είχε αναγείρει στο μέσο του στενού των Θερμοπυλών, για να φράξει στους Βουλγάρους τη δίοδο από την οποία, αυτοί, πραγματοποιούσαν τις επιδρομές τους κατά των θεμάτων της κυρίως Ελλάδος. Το τείχος αυτό έλαβε την ονομασία «σκέλος» δηλαδή «μακρόν τείχος». Άρα δια μέσου των Θερμοπυλών εισέβαλαν και αποχωρούσαν οι Βούλγαροι. Αν το έκαμαν αυτό από αλλού, θα κατασκεύαζαν το «τείχος» εκεί και όχι στις Θερμοπύλες.

 

Υποσημείωση 15

Η Ηράκλεια κτίσθηκε το 426 π.Χ. από τους Σπαρτιάτες, επί των ερειπίων της καταστραφείσης, από τους Οιταίους, αρχαιότατης πόλεως Τραχίνας. Η Τραχίς ήταν Πρωτεύουσα της Τραχινίας. Η συγκεκριμένη θέση της ήταν εκεί που είναι το σημερινό χωριό Ανω Βαρδάτες. Κατά την Ελληνική Μυθολογία από την πόλη Τραχίνα, ο Ηρακλής, ανέβηκε στην Οίτη, για να καεί, κατά την επιθυμία του, επί της πυράς, για να λυτρωθεί από τους αφόρητους πόνους, που του προκαλούσε ο χιτώνας που του προσέφερε η γυναίκα του Δηιάνειρα και ο οποίος ήταν εμποτισμένος με το δηλητηριώδες αίμα του Κενταύρου Βύσσου. Στην Τραχινία στρατοπέδευσαν και τα στρατεύματα του Ξέρξου, πριν επιτεθούν κατά των Θερμοπυλών.

 

Οι Οιταίοι ήταν αρχαίο ελληνικό φύλο εγκατεστημένο στην ορεινή περιοχή της Οίτης. Συνόρευαν με τους Μαλιείς και τους Αινιάνες στα βόρεια και με τους Δωριείς της Δωρίδας στα νότια. Οι Οιταίοι σύμφωνα με τις αρχαίες αναφορές ήταν το αρχαιότερο φύλο στην ευρύτερη περιοχή της κοιλάδας του Σπερχειού και περιορίστηκαν στα ορεινά μετά την κάθοδο των υπολοίπων φύλων στην περιοχή.

 

Συμμετείχαν στο Αμφικτυονικό συνέδρειο των Δελφών με δύο ψήφους. Ήταν στενοί σύμμαχοι με τους βόρειους γειτονές τους Αινιάνες. Το 426 π.Χ. συγκρούστηκαν με τους γείτονες τους Μαλιείς. Οι Μαλιείς ζήτησαν την βοήθεια της Σπάρτης, η οποία έσπευσε σε βοήθεια και κατανίκησε τους Οιταίους.

 

Σχεδόν στα σύνορα των δύο κρατών, των Οιταίων και των Μαλιέων η Σπάρτη ίδρυσε μία νέα πόλη την Ηράκλεια Τραχίνα, η οποία κυριάρχησε στην περιοχή τα επόμενα χρόνια. Τον επόμενο αιώνα οι Οιταίοι απέσπασαν από τους Μαλιείς την περιοχή της παλιάς τους πρωτεύουσας της Τραχίνας. Στην συνέχεια υποτάχτηκαν στους Αιτωλούς όπως και οι γειτονές τους Αινιάνες και έγιναν μέρος της Αιτωλικής Συμπολιτείας μέχρι την Ρωμαϊκή κατάκτηση το 168 π.Χ.

Υποσημείωση 16

Πυλαία  εκαλείτο η σύνοδος των Αμφικτιόνων, η οποία ελάμβανε χώρα παρά το ναό της Δήμητρος στις Θερμοπύλες, οι οποίες εκαλούντο και, απλώς, Πύλαι. Η Αμφικτιονία των Θερμοπυλών είναι πολύ αρχαιότερη αυτής των Δελφών. Μετά την ίδρυση της δεύτερης το Αμφικτιονικό Συνέδριο γίνονταν δύο φορές το χρόνο, ήτοι: Την Άνοιξη στους Δελφούς και το Θέρος στις Θερμοπύλες. Ακριβέστερα, στις Θερμοπύλες, η σύνοδος γίνονταν στην πόλη της Ανθήλης, στην οποία ήταν και ο ναός της  Δήμητρος. Η Ανθήλη ήταν πόλισμα (μικρή πόλη), η οποία βρίσκονταν «παρά την συμβολήν» του ποταμίσκου «Φοίνικος εις τον Ασωπόν και την εκβολήν του δευτέρου (εις την θάλασσαν)». Η ακριβής θέση της Ανθήλης είναι ακαθόριστη λόγω των προσχώσεων, οι οποίες μετέβαλαν την τοπογραφία της περιοχής. Από την Ανθήλη άρχιζε η δυτική είσοδος των στενών των Θερμοπυλών. Και, βέβαια, όταν ακούμε τη λέξη Θερμοπύλαι, δεν μπορεί παρά να έλθει στο μυαλό μας η πασίγνωστη Μάχη των Θερμοπυλών του 480 π. Χ.

 

Υποσημείωση 17

Πυλαγόροι έκαλούντο «Οι τρεις αντιπρόσωποι εκάστης των συμμετεχουσών του Αμφικτιονικού Συνεδρίου Πόλεων. Εκαλούντο, εις επιγραφάς, και Αγορατροί». Από την ανωτέρω φράση μαθαίνουμε και πως πλήρωσε την προδοσία του ο Εφιάλτης.

 

Υποσημείωση 18

Επί πλέον, η περιοχή αυτή: Είχε μεγάλη έκταση και, συνεπώς, μπορούσε να χωρέσει, άνετα, ολόκληρο το βουλγαρικό στράτευμα. Το έδαφός της ήταν επικλινές και δεν κρατούσε νερά και, ακόμη, ήταν χαλικώδες λόγω των επιχωματώσεων του ρέμματος του Ξεριά, ο οποίος τη διέσχιζε (και τη διασχίζει) από Νότου προς Βορράν. Είχε δυνατότητα ύδρευσης από το νερό του Ξεριά. Τέλος, λόγω της συνεκτικότητας του εδάφους, επέτρεπε, σε έκτακτη περίπτωση, τη δράση τόσο των πεζοπόρων τμημάτων του στρατού, όσο και του ιππικού και, τούτο, αν λάβουμε υπ’ όψη, ότι μόλις είχε τελειώσει η νεροποντή, η οποία προκάλεσε το πλημμύρισμα του Σπερχειού.

 

Υποσημείωση 19

«φθιώτις» / 1907

 

Υποσημείωση 20

Να σημειώσουμε εδώ ότι, ο Σαμουήλ, έδιδε υπερβολική εμπιστοσύνη στα πλημμυρισμένα ποτάμια. Να τι γράφει ο Καραγιαννόπουλος για ένα παρόμοιο πάθημά του το 1004, ήτοι επτά χρόνια μετά τη Μάχη του Σπερχειού:   «Προ των Σκοπίων και επί της εντεύθεν όχθης του ποταμού» (δηλαδή του Αξιού) «εύρε» , ο Αυτοκράτορας Βασίλειος, «κατεσκηνωμένον αμερίμνως τον, εν τω μεταξύ, επιστρέψαντα Σαμουήλ, όστις, εμπιστευόμενος εις τον πλημμυρισμένον ποταμόν, ουδέν μέτρον ασφαλείας είχε λάβει. Ο Βασίλειος επωφελήθη την αβελτηρίαν του αντιπάλου του και, κατωρθώσας να διαπεραιώσει τον στρατόν του εις την άλλην όχθην, επετέθη εναντίον του αιφνιδιαστικώς. Ο Σαμουήλ καταπλαγείς ετράπη εις φυγήν μετά μεγάλων απωλειών». Δεν είχε παραδειγματισθεί από το φοβερό πάθημά του στο Σπερχειό!

 

Designed and maintained by 4Point