Αλογοβορός

Κατάλογος Βιβλίων

Το τοπωνύμιο το οποίο, παρά το ταπεινό του όνομα, αποδείχθηκε ότι ήταν ένας κρυμμένος Θησαυρός.

Κωσταλέξι - Θρύλος και Πραγματικότητα

Η θέση του τοπωνυμίου Αλογοβορός φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία.

Στην περιοχή αυτή έχει μία μικρή και επίπεδη λάκα, σαν να είναι σκαμμένη μέσα στα βράχια και να έχουν πετάξει τις πέτρες. Στη λάκα αυτή μαζεύονταν, παλιά, τα άλογα, που βοσκούσαν εκεί γύρω, για να ξαποστάσουν το μεσημέρι και να κοιμηθούν το βράδυ. Από τη συγκέντρωση αυτή των αλόγων συσσωρεύτηκε, στο σημείο αυτό, μεγάλη ποσότητα κοπριάς  και δημιουργήθηκε ένας «βορός». Και επειδή οι κοπριές του βορού ήταν από άλογα τον ονόμασαν  Αλογοβορό  (Αλουγουβ’ρό).  Τον Αλογοβορό τον έλεγαν και παλιοκόπρια (παλιουκόπρια).

 

Από μακριά, η λάκα του Αλογοβορού, δεν φαίνεται. Για να την δεις πρέπει να την προσεγγίσεις φτάνοντας στην είσοδό της. Η έκταση της λάκας είναι πολύ μικρή. Από το βορρά είναι τελείως ανοικτή και η θέα, προς την κοιλάδα του Σπερχειού, είναι εντυπωσιακή. Στη νότια πλευρά, επίσης, φυτρώνουν πολλά και μεγάλα παλιούρια και πουρνάρια, τα οποία, καίτοι ήταν κατακαλόκαιρο, όταν ανέβηκα εγώ εκεί «2003), ήταν καταπράσινα. Αυτό μας οδηγεί στη σκέψη ότι, στο σημείο εκείνο, υπήρχε νερό, το οποίο, σήμερα, δεν αναβλύζει στην επιφάνεια του εδάφους. Αυτός ήταν, προφανώς, και ο λόγος συγκεντρώσεως των αλόγων στο σημείο εκείνο. Ένα μέρος της λάκας φαίνεται στη επόμενη φωτογραφία.

Στο δεξιό μέρος της εισόδου της Λάκας βλέπουμε έναν γκρεμισμένο τοίχο από ξερολιθιά. Είναι, προφανώς, τα απομεινάρια από κάποια καλύβα που είχε κατασκευάσει, εκεί, κάποιος τσοπάνος. Αυτή η γκρεμισμένη πετροκαλύβα φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία.

Μέσα στη λάκα υπήρχαν τεμάχια από πανάρχαια κεραμίδια. Η ύπαρξη αυτών των κεραμιδιών, εκεί, μου προξένησε μεγάλη κατάπληξη και συγκέντρωσα μερικά από αυτά, τα οποία βλέπετε στη επόμενη φωτογραφία.

Τα παμπάλαια αυτά κεραμίδια, μέσα στη λάκα σημαίνουν, ότι υπήρχαν εκεί, κάποτε, κεραμοσκεπή κτίσματα. Τώρα τι κτίσματα ήταν αυτά, πότε τα κατασκεύασαν και ποιόν σκοπό εξυπηρετούσαν είναι, βέβαια, άγνωστο.

 

Τα πιο σπουδαία, όμως, ευρήματα είναι αυτά που βρέθηκαν έξω από τη λάκα και προς το βόρειο και ανατολικό μέρος της. Τα ευρήματα αυτά είναι τρεις σιδερένιες αιχμές βελών, μία μεγάλη και δύο μικρές, οι οποίες φαίνονται στις επόμενες φωτογραφίες.

Το συνολικό μήκος της αιχμής είναι 11 εκατοστά. Στο πίσω μέρος της αιχμής είναι ο αυλός, δηλαδή ο σωλήνας μέσα στον οποίο σφήνωνε η ξύλινη βέργα του βέλους. Το μήκος του αυλού είναι 38 χιλιοστά. Ο αυλός δημιουργείται από έλασμα, του οποίου, τα άκρα, επικαλύπτονται σχηματίζοντας ραφή. Η αιχμή διαμορφώνεται σε πτερύγια στην ένωση με τον αυλό. Η αιχμή ανάγεται στη γεωμετρική εποχή (1400 – 700 μ.χ.) και αποτελεί εύρημα μοναδικού τύπου στην περιοχή της Φθιώτιδας.

Δυστυχώς, η εμφάνισή τους δεν επιτρέπει τη χρονολόγησή τους. Παρά ταύτα δεν χωρά αμφιβολία ότι πρόκειται περί πολύ αρχαίων ευρημάτων.

 

Οι πληροφορίες αναφορικά με τις τρεις αιχμές προέρχονται από την ΙΔ’. Εφορία Προΐστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Λαμίας, όπου και φυλάσσονται.

 

Αν συγκρίνουμε τη μεγάλη αιχμή με τις μικρές, θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε την άποψη ότι, η πρώτη, αποτελούσε το υπερόπλο της εποχής, διότι, λόγω μεγέθους και βάρους, θα εκτοξεύονταν από μεγαλύτερο τόξο, θα είχε μεγαλύτερο βεληνεκές και μεγαλύτερη διατρητική ικανότητα και θα τρυπούσε όλα τα είδη ασπίδων της εποχής.

 

Από την ύπαρξη των αιχμών μπορούμε να διατυπώσουμε δύο απόψεις:

α.    Ότι, στη λάκα του Αλογοβορού, υπήρχε κάποια στρατιωτική εγκατάσταση

(π.χ. στρατιωτικό φυλάκιο) για την παρατήρηση επί της κοιλάδος του Σπερχειού και τον έλεγχο του περάσματος που πρέπει να υπήρχε εκεί και το οποίο έρχονταν από δυτικά, περνούσε από το δικό μας «Παλιό χωριό» στη θέση Ροδιά, την Κωσταλεξιώτικη Παναγία, το Παλιοφραντζί και προχωρούσε ανατολικότερα.

 

β.    Ότι έλαβε χώρα, στο σημείο εκείνο, κάποια μάχη την αρχαία εποχή.

 

Σημειώνεται ότι, η περιοχή αυτή, ήταν εντός της επικράτειας των αρχαίων Οιταίων.

 

 

Λοιπά Ευρήματα

 

Παλαιός αναπτήρας

Επάνω σε μία πέτρα της πετροκαλύβας, βρέθηκε ένας παλαιός αναπτήρας, ο οποίος φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία.

Ο αναπτήρας αποτελείται από το δοχείο (αριστερά) και το στέλεχος (δεξιά), τα οποία ήταν κολλημένα, στερεά, μεταξύ τους. Όταν βρέθηκαν είχε καταστραφεί η κόλληση και, τα τεμάχια, ήταν διαχωρισμένα.

 

Τα μέρη από τα οποία αποτελείται, το δοχείο, φαίνονται στην επόμενη φωτογραφία.

Το δοχείο είναι κυλινδρικό, κατασκευασμένο από μπρούτζο. Το πίσω μέρος του είναι ανοικτό και κλείνει με ένα βιδωτό πώμα. Στο άλλο μέρος του εξέχει ένας μικρός σωλήνας, ο οποίος κλείνει επίσης με βιδωτό πώμα.

 

Το δοχείο το χρησιμοποιούσαν ως εξής: Το γέμιζαν με ένα φυτίλι, το οποίο τα αγόραζαν από το εμπόριο, όπως φαίνεται στη φωτογραφία. Το φυτίλι της φωτογραφίας είναι αυτό με το οποίο βρέθηκε. Μετά έκλειναν τον σωλήνα με το βιδωτό πώμα. Στη συνέχεια γύριζαν το δοχείο ανάποδα και έριχναν μέσα οινόπνευμα ή βενζίνη, ώστε να εμποτιστεί καλά το φυτίλι. Τέλος έκλειναν το δοχείο με το βιδωτό του πώμα.

 

Τα μέρη του στελέχους φαίνονται στην επόμενη φωτογραφία.

Το στέλεχος είναι και αυτό κατασκευασμένο από μπρούτζο και δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας λεπτός σωληνίσκος. Στο επάνω μέρος του υπήρχε, στερεωμένος, ένας μικρός οδοντωτός τροχός.

Στον αναπτήρα που βρέθηκε δεν υπάρχει αυτός ο τροχός.

 

Με τη βοήθεια του Photoshop προσέθεσα, στην κορυφή του στελέχους, έναν τέτοιον τροχό, όπως φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία.

Από το αντίθετο, του τροχού, άκρο του σωλήνα τοποθετούσαν, μέσα σ’ αυτόν, μία τσακμακόπετρα.  Μετά την τσακμακόπετρα τοποθετούσαν ένα ψιλό ατσάλινο ελατήριο. Το ελατήριο το πίεζαν, για να εισέλθει καλά μέσα στο σωλήνα, με τη βίδα που φαίνεται στο αριστερό της φωτογραφίας. Αφού γίνονταν αυτό βίδωναν τη βίδα και έκλειναν, έτσι, το σωλήνα. Μέσα στο σωλήνα, το ελατήριο, πίεζε με δύναμη, την τσακμακόπετρα, επάνω στον οδοντωτό τροχό.

 

Τσακμακόπετρα είναι η πέτρα του τσακμακιού. Τσακμάκι έλεγαν και τον πριόβολο, όπως αυτός παρουσιάζεται στο Βιβλίο ΠΑΛΙΟΦΡΑΝΤΖΙ. Το ίδιο όνομα χρησιμοποιούσαν και για κάθε είδους αναπτήρα που χρησιμοποιούσε τσακμακόπετρα. Η λέξη τσακμάκι προέρχεται από την τουρκική λέξη cakmak. Στην προκειμένη περίπτωση η τσακμακόπετρα ήταν σε μορφή ενός μικρού κυλίνδρου μήκους έξη με επτά χιλιοστών περίπου.

 

Η τελική μορφή του πλήρους αναπτήρα είναι αυτή που βλέπουμε στην επόμενη φωτογραφία

Ο αναπτήρας λειτουργούσε ως εξής: Ξεβίδωναν το βιδωτό καπάκι του φυτιλιού και κρατούσαν τον αναπτήρα, με το δεξί χέρι, όπως κρατούμε και τους σημερινούς με τον αντίχειρα επάνω και δεξιά του τροχού. Με μία δυνατή και γρήγορη κίνηση του αντίχειρα προς τα κάτω περιέστρεφαν τον τροχό, τα δόντια του οποίου τρίβονταν με δύναμη επάνω στην τσακμακόπετρα. Η τριβή αυτή προκαλούσε τη δημιουργία σπινθήρων, οι οποίοι εκτοξεύονταν με δύναμη επάνω στο φυτίλι, στο οποίο και κολλούσαν. Η θερμοκρασία των σπινθήρων προκαλούσε το άναμμα του φυτιλιού και μία φλόγα ξεπηδούσε από αυτό. Με τη φλόγα αυτή άναβαν του τσιμπούκι τους, το τσιγάρο τους και τη φωτιά με τα ξύλα.

 

Τους αναπτήρες αυτούς, τους θυμάμαι, εγώ, στο δεύτερο μισό της 10ετίας του 1940.

 

Ένα ζευγάρι γυαλιά

Τα γυαλιά φαίνονται στις επόμενες φωτογραφίες.

Ο αριστερός φακός απουσιάζει. Ο δεξιός υπάρχει, αλλά είναι θαμπωμένος από την επίδραση των καιρικών συνθηκών στις οποίες ήταν εκτεθειμένο για πολλά χρόνια.

 

Ο τύπος αυτών των γυαλιών χρησιμοποιούνταν μετά το 1900. Εξ άλλου τέτοια γυαλιά φορούσε και ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος Ελευθέριος Βενιζέλος, όπως φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία.

Αν συνδυάσουμε τα ανωτέρω δεν θα ήταν υπερβολή να παραδεχθούμε ότι, τα γυαλιά και ο αναπτήρας, είχαν εγκαταλειφθεί, εκεί που βρέθηκαν, εδώ και 60 χρόνια (σήμερα 2005).

 

Ποιος ξέρει από ποιόν, πως και γιατί εγκαταλείφθηκαν εκεί. Δεν αποκλείεται, πίσω από το γεγονός αυτό, να κρύβεται κάποιο έκτακτο περιστατικό, το οποίο να συνέβη στο κάτοχό των (βαρεία ασθένεια ή και θάνατος ακόμη). Το γεγονός αυτό δεν του επέτρεψε να επιστρέψει και να πάρει τα αντικείμενα αυτά, αφού του ήταν απόλυτα απαραίτητα για τις καθημερινές του ανάγκες. Η αιχμή του βέλους ήταν, φαίνεται, πρόσφατο εύρημα του αγνώστου και το εναπόθεσε εκεί, μαζί με τα άλλα αντικείμενα, για να το ξαναπάρει.

 

Ανεβαίνοντας, όμως, στον Αλογοβορό μου προξένησε εντύπωση ένα φυσικό φαινόμενο. Πρόκειται για τις πλάκες που υπάρχουν εκεί, οι οποίες είναι χαρακωμένες με αυλακώσεις. Μία από τις πλάκες αυτές φαίνεται στην επόμενη φωτογραφία.

Σύμφωνα με το Ίδρυμα Γεωλογικών Μελετών και Ερευνών (ΙΓΜΕ), οι αυλακώσεις αυτές προέκυψαν ως εξής:

 

Στο σημείο που είναι οι αυλακώσεις ο βράχος ήταν σαθρός και διαποτίζονταν, το χειμώνα, με νερό. Το νερό πάγωνε και, με την πίεσή του, κατακερμάτιζε το βράχο στις γραμμές των αυλακώσεων. Στη συνέχεια, το νερό της βροχής ή το νερό από το λιώσιμο του χιονιού, περέσυρε τα θρύμματα και, έτσι, δημιουργήθηκαν οι αυλακώσεις.

 

Αλλά θα ήταν μεγάλη παράλειψη, αν δεν ανέφερα και μία χελώνα, που με υποδέχθηκε όταν έφθασα στον «Αλουγουβ’ρό» και με αποχαιρέτησε όταν έφυγα.

 

Με ευχαρίστησε, μάλιστα, θερμά και εκ μέρους όλων των χελωνών της περιοχής, για την τιμή που τους έκαμα, να επισκεφθώ την περιοχή τους, ύστερα από πολλά χρόνια που έχει να πατήσει ανθρώπινο πόδι εκεί επάνω. Δέχθηκε μάλιστα, με μεγάλη ευχαρίστηση, να της βγάλω και μία αναμνηστική φωτογραφία, την οποία και σας παραθέτω, για να την γνωρίσετε και εσείς.

 

Designed and maintained by 4Point