Ο Άγιος Αθανάσιος

Κατάλογος Βιβλίων

Υποσημειώσεις

Υποσημείωση 1

Κώδικας 936/12 Ιανουαρίου 1835. Από τα «ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ», Τόμος 18ος / Λαμία 1997 [ΕΝΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΕΦΗΜΕΡΙΟΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΖΗΤΟΥΝΙΟΥ (ΛΑΜΙΑΣ), Του 1835], του κ. Δημ. Νάτσιου.

 

Υποσημείωση 2

Πρεσβύτερος (= έγγαμος ιερέας) < από το αρχαίο πρεσβύτερος = συγκριτικό  του πρεσβύτης. Πρεσβυτέρα = η σύζυγος του ιερέα.

 

Υποσημείωση 3

«ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ», Τόμοι 17ος / Λαμία 1996 [ΑΔΕΙΕΣ ΓΑΜΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΖΗΤΟΥΝΙΟΥ (ΛΑΜΙΑΣ) Του 1835], του κ. Δημ. Νάτσιου.

 

Υποσημείωση 4

«ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ», Τόμος 19ος / Λαμία 1998 [ΑΔΕΙΕΣ ΓΑΜΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΖΗΤΟΥΝΙΟΥ (ΛΑΜΙΑΣ) Του 1836], του κ. Δημ. Νάτσιου.

 

Υποσημείωση 5

Με τον παππα Λάζο είχα και μία δυσάρεστη προσωπική εμπειρία: Θα ήμουν τριών ετών περίπου (γεννήθηκα το 1931) και με πήγε η μάννα μου στην εκκλησία, για να με μεταλάβει. Με σήκωσε, λοιπόν, στα χέρια της και με κράτησε αγκαλιά, ενώ, ο παππάς, έσκυψε από επάνω μου και άρχισε να λέει «ματαλαμβάνεται ο δούλος του θεού Παναγιώτης….». Μόλις εγώ αντίκρισα από πάνω μου τον παππά με τα γένια, τρόμαξα πολύ, έβαλα «του ρέκου» (τα δυνατά κλάμματα) και άρχισα να κλωτσάω. Εδέησε να με κρατήσουν και κάποιοι άλλοι, για να με δαμάσουν και να με μεταλάβει ο παππάς.

 

Υποσημείωση 6

Πρώτος εξάδελφος του πατέρα του γράφοντος.

 

Υποσημείωση 7

Ο πατέρας του γράφοντος.

 

Υποσημείωση 8

Ο γιός του παπα Λάζου.

 

Υποσημείωση 9

Ο Ψάλτης.

 

Υποσημείωση 10

Τραμπαλίζονταν < από το τραμπαλίζομαι = κουνιέμαι στην τραμπάλα.  Τραμπάλα = είδος κούνιας, μακρύ δοκάρι ή σανίδα που ταλαντεύεται επάνω σε ψηλό υποστήριγμα < από το ιταλικό traballare.

 

Υποσημείωση 11

Ράχη = Η σημερινή Πλατεία.

 

Υποσημείωση 12

Τσακλουπαναϊώτ’ς = Τσακλής Παναγιώτης = Καρμάλης Παναγιώτης. Το «Τσακλής» ήταν παρατσούκλι του μπαρμπα  Παναγιώτη. Ο μπαρμπα Παναγιώτης ήταν και νεοκόρος του Αγίου Αθανασίου.

 

Υποσημείωση 13

Αραβίδα (= βραχύκαννο όπλο, καραμπίνα) < το αραβίς (= θηλυκό του Άραψ). Τις αραβίδες τις έφεραν οι ιππείς στον αριστερό ώμο προς τα δεξιά, ακολουθώντας τη συνήθεια των Αράβων, απ’ όπου προήλθε και η ονομασία των. Με τα τυφέκια, σαν αυτό που έφερε ο μπαρμπα «Παναϊώτ’ς», ήταν οπλισμένοι οι Ιταλοί στρατιώτες. Μεγάλος αριθμός από αυτά τα όπλα έμειναν στη χώρα μας, μετά τη λήξη του πολέμου, ως λάφυρα και τα χρησιμοποιούσε, το Κράτος, για την κάλυψη δευτερευουσών αναγκών ασφαλείας.

 

Υποσημείωση 14

Κιρκινέζι (= το αρπακτικό πουλί κίρκος ο πελειοφάγος) < από το Τουρκικό kerkenes και αυτό < ίσως, από το Ελληνικό κίρκος. Τότε δεν είχαν κυκλοφορήσει, ακόμη, τα φυτοφάρμακα και τον ουρανό τον έσχιζε μεγάλο πλήθος από κιρκινέζια, τα οποία είχαν την ικανότητα να πετούν σταθερά σε ένα σημείο, από το οποίο αναγνώριζαν το θήραμά τους και ορμούσαν να το αρπάξουν.

Υποσημείωση 15

Βώλος (= σφαιροειδής μάζα από οποιαδήποτε ύλη. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για γυάλινους βώλους) < το αρχαίο βώλος.

 

Υποσημείωση 16

Καραμπόλα = η επιτυχία του μπιλιάρδου, όταν ο παίχτης χτυπά, με τη σφαίρα του, τις δύο άλλες. Μεταφορικά: Αλεπάλληλη σύγκρουση δύο ή περισσοτέρων σωμάτων, π.χ. δύο αυτοκινήτων. < από το ιταλικό carambola.

 

Υποσημείωση 17

Μετερίζι = οχύρωμα, πρόχωμα < το τουρκικό meteris.

 

Υποσημείωση 18

Βουλευόμενοι = Από το βουλεύομαι (= σκέπτομαι, σχεδιάζω, αποφασίζω ύστερα από σκέψη ή σύσκεψη με άλλους) < το αρχαίο βούλομαι.

 

Υποσημείωση 19

Ξεκουτάλης = ξε + κουτάλης. Το «ξε» έχει στερητική σημασία. Η λ. κουτάλης πιθανόν να προέρχεται από τη λ. κούτελο (= μέτωπο) < από το Βυζαντινό κούτελον < από το μεταγενέστερο κότυλον < αρχ. κότυλος < κοτύλη (= κοιλότητα). Άρα ξεκουτάλης = αυτός που δεν έχει την κοιλότητα του μετώπου και συνεπώς, δεν έχει μυαλό και, άρα, είναι κουτός.

 

Υποσημείωση 20

κ’τσιούκι = κορμός δένδρου βαθιά ριζωμένος και ακούνητος, Όταν στο χωριό λέγαμε κάποιον «κ’τσιούκι», εννοούσαμε ότι ήταν τόσο ανόητος σαν τον κορμό που αναφέραμε προηγουμένως. Ίσως να προέρχεται από τη λ. κουτούκι = κούτσουρο, κορμός δένδρου (και μικρή, λαϊκή, συνήθως υπόγεια, ταβέρνα).

 

Υποσημείωση 21

Ντίπ (= όλως διόλου, τελείως, καθόλου) < το τουρκικό dip.

 

Υποσημείωση 22

Κοκορέτσι (= φαγητό από σπλάχνα αρνιού περιτυλιγμένα με έντερα και ψημένα στη σούβλα) < το αλβανικό kokoreci.

 

Designed and maintained by 4Point